Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Παράθυρα με θέα και μαρμελάδα βατόμουρο

...κι ύστερα η ιστορία ενός ταπεινού κουμπιού

Η Ξανθή με προσκάλεσε να παίξω στα "παράθυρα με θέα" ή αλλιώς τί βλέπω απ' το παράθυρό μου, και την ευχαριστώ πολύ..
"Τσίου,τσίου,τσίου
Τσίου,τσίου,τσίου
Τρέμει και τινάζει τα φτερά
Μέσ'απ'το παράθυρό μου
βλέπω το μικρό μου
το σπουργίτη τον φουκαρά."

Σπουργιτάκια έβλεπε η Αλίκη, κι εγώ βλέπω σκιουράκια,κοκκινολαίμηδες και ρακούν μερικές φορές. Όχι δεν είμαι στην άγρια φύση, μέσα σε μια ήρεμη γειτονιά του East Elmhurst είμαι,αλλά έτσι είναι εδώ στα σπίτια με αυλές.
Εδώ είναι η πίσω αυλή όπως τη βλέπω μέσα απ' το μουσκεμένο μου παράθυρο. Χωρίς ζωάκια αλλά με πολλά παιδάκια που πιτσιλιούνται. 
Κι εδώ η πίσω αυλή, χωρίς παιδάκια και χωρίς νεράκια.
Και μια που έχω και μπροστινά και πισινά παράθυρα, και μπροστινές και πισινές αυλές θα βάλω διπλές φωτογραφίες.
Εδώ είναι η μπροστινή αυλίτσα απέξω με το μπαουλάκι που μάς έβαλε μές στη μέση η ιδιοκτήτρια
(που βλέπετε και στο βάθος της πίσω φωτογραφίας με τα πιτσιλισμένα παιδάκια.) Τα λουλουδάκια δικά μου.
Κι εδώ είναι το  μπροστινό παράθυρο από μέσα, όπου μόστραρα και το βαζάκι με τη μαρμελάδα βατόμουρο που έφτιαξα το πρωί.
Την αφορμή να φτιάξω μαρμελάδα την πήρα απ' την Ξανθή που φτιάχνει παπάδες- μαρμελάδες και τις ντύνει με τα ωραία τους σκουφάκια που εγώ δεν έχω.
Την αφορμή για το σκουφί που φόρεσα στη μαρμελάδα μου (που απ' ό,τι διαβάζω την ίδια αφορμή πήρε κι η Ξανθή) καθώς και την έμπνευση να γράψω τη σημερινή μου ιστορία, την πήρα από τη Τζένη στο my-kitchen-diary.blogspot.com που ανέφερε τις προάλλες στο blog της Ξανθής τη λέξη κλειδί: "κουμπί"
Είπε πως έντυσε μια μέρα ένα κουτί με κουμπιά με ένα πανάκι με ένα κουμπί ραμμένο επάνω. 
Αυτό ήτανε!
Κατόπιν τούτου, η  σημερινή μαρμελάδα αφιερώνεται στην Ξανθή και η ιστορία της στην Τζένη.

Η ιστορία ενός ταπεινού κουμπιού

"   Ήταν κάποτε ένα μικρό, στρογγυλό, ζαχαρί κουμπάκι.
Πολύ ελαφρύ και πολύ ταπεινό  με δυο τρυπούλες στο μέρος της καρδιάς του για να παίρνει αέρα.
Μακάρι να το'χαν φτιάξει με περισσότερες τρύπες, γιατί το κουμπάκι αυτό δίψαγε να πάρει αέρα, έτσι όπως το'χανε  κλεισμένο, μάλλον ξεχασμένο, σ’ ένα ξύλινο, ρώσικο κουτί στο τελευταίο ράφι μιας βιβλιοθήκης, πίσω απ’ τα βιβλία. Μες στο κουτί είχε κουμπιά,βελόνες και κλωστές ραψίματος, μα σπάνια το άνοιγε ανθρώπου χέρι . 
   Το ζαχαρένιο κουμπάκι είχε καταπλακωθεί από το μαξιλαράκι με τις βελόνες που το τρυπάγανε   κάθε φορά που γύρναγε πλευρό, και πόναγε.
Δεν είχε φίλους το κουμπί, δε μίλαγε ποτέ και σε κανένα, ούτε στα ραφτικά, ούτε και στ’ άλλα τα κουμπιά.
Το πιο ενοχλητικό απ’ όλα τα κουμπιά ήταν ένα σκληρό, τετράγωνο και μαύρο, με τέσσερις μεγάλες τρύπες κι ακόμη μεγαλύτερη ιδέα για τον εαυτό του.
Τους θύμιζε καθημερνά πως κρατούσε από μεγάλο τζάκι, πως είχε ιστορία, πως έπεσε απ’ τη στολή του Ναπολέοντα, πως δεν είχε καμιά δουλειά εκεί μέσα, πως περίμενε κάποιον να αναγνωρίσει την αξία του, και πως θαρχότανε η ώρα κι η στιγμή να το ράψουνε και πάλι τελετουργικά στο σακάκι κάποιου στρατηγού.
Μιλούσε συνεχώς κι όταν δεν μιλούσε, ροχάλιζε.
   Το καημένο το μικρό, ζαχαρί κουμπί δεν κρατούσε από τζάκι.
Ήταν το τελευταίο κουμπί σε μια παλιά μπεζ ζακέτα που φορούσε το κορίτσι.
Το κορίτσι «φύλαξε» το κουμπί πετώντας το μες στο κουτί για να το ράψει "άλλη ώρα", αλλά στο μεταξύ πάλιωσε η ζακέτα και την πέταξε, κι έτσι έμεινε το ζαχαρί κουμπί στ' αζήτητα.
Όσο ήταν πάνω στη ζακέτα του κοριτσιού, έμπαινε σε τρένα, έβλεπε ανθρώπους, καθότανε σε τραπέζια, μύριζε φαγητά, ρούφαγε ήλιο και καθαρό αέρα.
Τώρα έλιωνε από ασφυξία κι από έλλειψη προορισμού.
Ποιον ωφελούσε εδώ μέσα; Πού ήταν χρήσιμο; 
Ενώ όσο ήταν ραμένο στη ζακετούλα του κοριτσιού το ζέσταινε, το φύλαγε.Τώρα πολλές φορές το ακούει τις νύχτες να βήχει. Κρύωσε πάλι το κορίτσι. Τι να το κάνει που δε ντύνεται σωστά;
Αχ, θα πεθάνει ολομόναχο μια μέρα και δε θα το θυμάται κανείς.
   Και μ’ αυτή τη σκέψη έβγαλε ένα μεγάλο αναστεναγμό την ώρα που το μαύρο κουμπί έβγαζε ένα μεγάλο ροχαλητό.Πετάχτηκε απ' τον ύπνο του το κουμπί "από τζάκι" και γρύλλλισε:
 «Τι χασμουριέσαι μικρό κι ανόητο κουμπί; Δεν ξέρεις πως όταν κοιμάμαι ονειρεύομαι; Ξέρεις τι έβλεπα τώρα; Ξέρεις;»
Και χωρίς να περιμένει απάντηση, συνέχισε:
" Έβλεπα πως διαλέξαν να με ράψουν πρώτο πρώτο στο καινούριο σακάκι ενός στρατηγού. Κατάλαβες; Ενός στρατηγού!!!»
 «Με συγχωρείς» ,είπε δειλά το ζαχαρένιο κουμπάκι, «δεν ήθελα να σού κόψω το όνειρο»
«Πάει το όνειρο τώρα. Πάει, πάει, πάει και πίσω δε γυρνάει» είπε μελοδραματικά το μαύρο κουμπί. «Για ένα παλιοχασμουρητό σου έχασα το σακάκι του στρατηγού.»
«Δεν ήταν χασμουρητό. Αναστεναγμός ήταν»
«Ε;...Τι; ...Χασμουρητό, αναστεναγμός το ίδιο είναι» είπε το μαύρο κουμπί που δεν ήθελε να πιαστεί αδιάβαστο. Αυτό δεν είχε αναστενάξει ποτέ του. Μόνο χασμουριότανε.
« Χασμουριέσαι, όταν νυστάζεις, κι αναστενάζεις, όταν έχεις στενοχώρια.»είπε συνεσταλμένα το ζαχαρί κουμπί.
«Μπα, μωρ' τι μάς λες; Κι εσύ τώρα έχεις στενοχώρια ;» ρώτησε το μαύρο κουμπί κι άνοιξε τις τέσσερις τρυπούλες του με τεράστια έκπληξη.
Δεν είχε ακούσει ποτέ για στενοχωρημένα κουμπιά.
«Γιατί έχεις στενοχώρια;» ξαναρώτησε έτσι για να κερδίσει χρόνο να το καταλάβει.
«Γιατί δε βλέπω φως, δεν παίρνω αέρα και δεν είμαι χρήσιμο πουθενά.»
Μόνο αυτό είπε το ζαχαρί κουμπί και σταμάτησε. Δεν τόλμησε να πει τίποτε άλλο. Ήδη το μαύρο το κουμπί το κοίταγε στραβά και παραξενεμένα. 
Μα είναι σοβαρές κουβέντες για κουμπιά αυτές;
Και μάλιστα για μικρά, ασήμαντα, ζαχαρί κουμπάκια;
Χωρίς βάρος; Δίχως τζάκι; Και χωρίς ιστορία καμιά;
«Κοιμήσου κι αύριο θα'ναι όλα καλύτερα», είπε μόνο το μαύρο κουμπί κι άλλαξε πλευρό.
    Κι είχε δίκιο.
Το άλλο πρωί που το κορίτσι άνοιξε το κουτί, το σπίτι μύριζε μαρμελάδα βατόμουρο.
Το κορίτσι άπλωσε το χέρι, έπιασε αποφασιστικά το ζαχαρί κουμπί και το τράβηξε έξω. Ύστερα πήρε μια βελόνα απ' το μαξιλαράκι που το πλάκωνε τόσον καιρό, κι ένα κουβαράκι κλωστή κι έκλεισε πάλι το κουτί.
Σάλιωσε την κλωστή, την πέρασε στη βελόνα, πέρασε τη βελόνα στις δύο τρυπούλες του κουμπιού, ύστερα έραψε το κουμπί σ' ένα κόκκινο φουτόν πανάκι και το'βαλε να αγκαλιάσει από πάνω  ένα βαζάκι με μαρμελάδα βατόμουρο. Το'σφιξε καλά με μία ασπροκόκκινη κλωστή και το'βαλε πάνω στο παράθυρο να το βγάλει φωτογραφία.
"Τσαφ" άστραψε το φως και τυφλώθηκε απ' τη λάμψη το κουμπάκι, αλλά ήταν τόση η χαρά του που δεν έβγαζε άχνα. 
Έβλεπε φως, έπαιρνε αέρα, μύριζε μαρμελάδα βατόμουρο, ακουμπούσε το κορίτσι "τι ευτυχία κι αυτή η σημερινή" σκεφτότανε το ζαχαρί κουμπί και κράταγε την ανάσα του απ' την πολλή χαρά του.
   Ας ήτανε να μη γύρναγε ποτέ ξανά στην ξύλινη, τη σκοτεινή τη φυλακή τού κουτιού.
Ας ήταν να'μενε για πάντα εδώ, ραμμένο σ' ένα κόκκινο πανάκι να φυλάει τη φρεσκάδα μίας μαρμελάδας.
"Ωραία ιδέα τελικά να ράψω ένα κουμπί στο πανάκι της μαρμελάδας μου." είπε εκείνη τη στιγμή το κορίτσι .
"Θα δοκιμάσω κι άλλα σχέδια, αλλά αυτό εδώ το αφήσω έτσι για να θυμάμαι την πρώτη μου φορά ".
Άκουσε καλά το κουμπάκι; Είπε "θα το αφήσω έτσι, για να θυμάμαι την πρώτη μου φορά;"
Ναι το είπε.
Αναστέναξε το ταπεινό κουμπί, αυτή τη φορά από ευτυχία.
Είχε δίκιο το μαύρο κουμπί "από τζάκι" . Άμα έχεις στενοχώρια...
"Κοιμήσου . Κι αύριο θα' ναι όλα καλύτερα."
Μαρμελάδα βατόμουρο
Από τη Martha Stewart

1,5 κιλό φρέσκα βατόμουρα (εγώ έβαλα μισά φρέσκα μισά κατεψυγμένα)
4,5 φλυτζάνια ζάχαρη
4,5 κουταλάκια του γλυκού χυμό λεμονιού
Λίγο αλάτι (εγώ δεν έβαλα)

Ε(χ)τέλεση
1. Βάλτε ένα μικρό πιατάκι στην κατάψυξη.
2. Ρίξτε τα βατόμουρα, τη ζάχαρη, το χυμό λεμονιού και το αλάτι (αν βάλετε), σε μια κατσαρόλα κι ανακατέψτε. Ανάψτε τη φωτιά σε σημείο βρασμού κι αφείστε να πάρει βράση το μείγμα ανακατεύοντας συνεχώς και ξαφρίζοντας για περίπου 8-9 λεπτά. Κατεβάστε απ' τη φωτιά τη μαρμελάδα που θα δείτε να μοιάζει με ένα όχι πολύ δεμένο ζελέ.

3. Βγάλτε το πιατάκι απ' την κατάψυξη και ρίξτε μέσα μια κουταλιά μαρμελάδα. Ξαναβάλτε το πιατάκι στην κατάψυξη για ένα δύο λεπτά. Βγάλτε το και σπρώξτε την άκρη τής μαρμελάδας με το δάχτυλό σας. Αν διατηρεί το σχήμα της, είναι έτοιμη.
Αν είναι ακόμη υγρή ξαναβάλτε την να βράσει ένα δύο λεπτά δοκιμάζοντας συνεχώς.
4. Περάστε τη μισή μαρμελάδα απ' το σουρωτήρι να φύγουν οι σπόροι.
Ανακατέψτε τη στραγγισμένη μαρμελάδα στην υπόλοιπη με τους σπόρους και ξαναβάλτε στη φωτιά να πάρει μια βράση.
5. Κατεβάστε τη φωτιά και γεμίστε μ' αυτήν τα αποστειρωμένα βαζάκια σας.

Με τις υγείες σας!
Και κοιτάτε: μην πετάτε αλλόγιστα κάτι που στην αρχή σάς φαίνεται άχρηστο.
Ποτέ δεν ξέρετε τί σάς ξημερώνει!

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Banoffee pie και το όνειρο με τις μπανάνες

Είδα στον ύπνο μου ότι με κυνηγούσε ένα φορτηγό με μπανάνες.
Όχι μπανάνες ό,τι κι ό,τι, μόνο κάτι μπανάνες Γιώτη.
Όχι, όχι Γιώτη καλέ, μπανάνες Chiquita με κυνηγούσαν, αν έχεις Θεό.
Έτρεχα εγώ, έτρεχε στο κατόπι μου εκείνη η χαμογελαστή γκόμενα με το σαρίκι στο κεφάλι κι από πάνω την καλαθούνα με τα φρούτα!
Ήθελα να’ξερα πού τη βρίσκει τόση ευτυχία μ’ αυτό το μπόγο στο κεφάλι!
Και μού ποζάρει χαμογελαστή χαμογελαστή, με όλα τα ωραία της δοντάκια άσπρα άσπρα.
Εμένα πάντως δε φαίνονται τα δοντάκια μου.
Μόνο η γλωσσάρα μου φαίνεται που’χει χει βγει έξω δυο πιθαμές απ’ το τρέξιμο.
Πού να κρυφτώ Θεούλη μου να μη με βρουν οι μπανάνες;
Κι όχι μπανάνες ό,τι κι ό,τι...
Καλά, τό’παμε αυτό.Είμαι κι εν βρασμώ ονείρω η γυναίκα, τι να κάνω!
Μπροστά λοιπόν εγώ και πίσω οι τσικίτες, τρέχω να σωθώ απ’ την απαγωγή. 
Γιατί έτσι την είδα τώρα. Πως θέλουν να μ’ αρπάξουν να με στείλουνε εργάτρια στις μπανανοφυτείες.
Και καλά,το σκέφτομαι να χαιρετήσω κάποια στιγμή τη ΝΥ, αλλά όχι και να το ρίξω στην καλλιέργεια μπανάνας. Για αφείστε με ήσυχη!

Κι ενώ τα'χω παίξει κι είμαι έτοιμη να ξαπλάρω μες στο δρόμο απ' την τρεχάλα, να’σου μπροστά μου ένα χαμηλό ξύλινο πορτάκι . Ένα καπηλειό, ένα μπαρ.
Θα μπω κι εγώ να πιω να γίνω κουρούμπελο και να ξυπνήσω!
Μα μόλις ακουμπά το χέρι μου το σιδερένιο πόμολο, ακούω τις τσικίτες να κορνάρουν.
Δηλαδή δεν κορνάρουν, ομιλούν.
Γιατί δεν είναι κόρνα αυτό , είναι ομιλία. Είναι προσταγή αγγλιστί:
“Beep, make me”, “Beep, make me”.
I beg your pardon???
Από πότε ομιλούν οι κόρνες; Και μάλιστα αγγλιστί;
Μα θα μού πεις, όνειρό μου είναι, βάζω και κόρνες που κορνάρουν, και τσικίτες απαγωγείς, σε ποιον έχω να δώσω λογαριασμό;
Μωρ’ σε κανέναν, μόνο σε μένα, σε μένα που’ χω μείνει speechless (στο όνειρο).
Έλα Παναγιά μου βόηθα!
Μ’ εκλιπαρούνε οι μπανάνες να τις φτιάξω;

Τι να σε φτιάξω βρε καλέ μου φορτηγατζή ;
Μπανάνα μου καλή τι να σε φτιάξω;
Εγώ δεν είμαι expert στις μπανάνες.
Ένα νηστίσιμο μπανανογλυκό έκαμα εκεί πέρα μια φορά με κάτι cranberries και κάτι καρύδια, αλλά δεν ανακηρύχτηκε ποτέ σουξέ .
Αφείστε με βραδιάτικο να κοιμηθώ να ονειρευτώ ακρογιαλιές μακρινές...

Και ξαναπιάνω το μάνταλο να ξεμανταλώσω τη μπάρα και
«beep beep make me”, “beep make me” “beep” “beep” “beep”…
Ξυπνάω με το “beep” κι ακούω δίπλα μου να σφυρίζει “beep”, “beep”, “beep”…το ξυπνητήρι.
Άει στα κομμάτια πρωϊνιάτικο!
Ποιος το’βαλε Σαββατιάτικο στις 6.30 το πρωί;
Ουπς, εγώ είμαι που ξέχασα να το απενεργοποιήσω χτες .
Παρ’τα τώρα Μαρθούλα για να σε κυνηγούν μπανάνες.
Μπανάνες; Άρα το’δα εγώ το όνειρο. Τις είδα τις μπανάνες.
Την είδα την Ξανθούλα την είδα ψες αργά...
Όχι, αυτό είναι από άλλο έργο.

Μπανάνες λοιπόν, ε;
Δεν μπορεί, κάτι θα θέλει να πει ο ποιητής.
Κάτι θα θέλει να πει ο ονειροκρίτης.
Για  να δω...
«Αν είδες στον ύπνο σου ότι κοιτούσες ή έτρωγες μπανάνες, θα έχεις μεγάλες επιτυχίες και θα ζήσεις μες στα πλούτη»
Μμμμμ’ αρέσει αυτό.
Όμως εγώ δεν είδα τις μπανάνες, ήταν κρυμμένες μές στο φορτηγό, είδα μόνο τη γκόμενα της Chiquita με την καλαθούνα στο κεφάλι .
Είδα ότι με κυνηγούσε φορτηγό και οι μπανάνες μου κορνάραν «make me». 
Δε μού λες ονειροκρίτη μου, είναι κι αυτό επιτυχία; 
Θα ζήσω μες στα πλούτη ή να κάνω όνειρο παραγγελιά πως χλαπακιάζω έξι τσικίτες στην καθισιά;

Μωρέ μπας και  το “make me” είχε να κάνει “to make” τη δίαιτα της μπανάνας;
Μια δίαιτα, δε λέω, τη χρειάζομαι μια δίαιτα. Αλλά γιατί της μπανάνας;
Για να δω :
«Με τη δίαιτα της μπανάνας τρώμε μία ή περισσότερες μπανάνες για πρωϊνό, πίνουμε μόνο νερό της βρύσης , συνεχίζουμε  να τρώμε κανονικά αλλά δεν τρώμε μετά τις οχτώ το βράδυ, δεν τρώμε επιδόρπιο μετά το βραδινό φαγητό και δεν κοιμόμαστε  μετά τα μεσάνυχτα.»
Μπα, άσε, δε λέει!

Ρε συ Μαρθούλα, τα όνειρα είναι συμβολικά, ρε συ!
Οι μπανάνες κάτι συμβολίζουν.
Α, γεια σου, αυτό ήτανε!
Για να δω:
 «Οι κίτρινες τροφές (λεμόνια, μπανάνες, καλαμπόκι, πιπεριές) φτιάχνουν τη διάθεση και χαρίζουν κέφι»
Α, δηλαδή οι μπανάνες με το “make me” μού κόρναραν να φτιάξω κάτι μπανανωτό- κιτρινωπό για να μού φτιάξει το κέφι!!!!
Πες το έτσι ,αδερφάκι μου, να το καταλάβω.
Ε, να φτιάξω.
Α,κάτσε μισό λεπτό γιατί έχω απορία.
Μια μπανάνα αρκεί να μού φτιάξει το κέφι ή να πρέπει να κάνω όλο το γλυκό καναρινί ;
Για να δω.
(Πολύ διαβαστερή με κάναν οι μπανάνες)

«Καταπληκτικά με το πρωινό μας είναι τα διάφορα κέικ με μπανάνα, όπως το πασίγνωστο σε όλες τις αγγλοσαξονικές χώρες banana bread, τα μπισκότα με μπανάνα και σοκολάτα, ο συνδυασμός της μπανάνας με την καραμέλα στα κλασικά banana split ή το πολύ «μοδάτο» στα αθηναϊκά εστιατόρια banoffee.”

Banoffee???
Πάλι αδιάβαστη πιάστηκες Μαρθούλα!
Για να δω!
«Το Banoffee τείνει να ανακηρυχτεί εθνικός θησαυρός της Αγγλίας.
Η πίτα banoffee ανακαλύφτηκε πρώτη φορά το 1970 σε μία pub στη νότια ακτή της Αγγλίας το «Θυμωμένο Μοναχό». Από τότε προέκυψαν πολλές παραλλαγές, αλλά όλες περιλαμβάνουν μία στρώση καραμέλας, μια στρώση μπανάνες και μία στρώση σαντιγύ. Δε χρειάζεται ψήσιμο».
Κατάλαβα.
- Banoffe banoffee είσαι εδώ;
- Παίρνω τις μπανάνες μου και σε κυνηγώ!!!

                                                                                                      Banoffee pie
                                                                                                    Περιοδικό Saveur
                                                                                                           Μερίδες 8
 Για τη βάση
114 γρ. ανάλατο βούτυρο λιωμένο
1 πακέτο μπισκότα ολικής άλεσης digestive , 285 γρ.περίπου 
(Εγώ έβαλα Παπαδοπούλου ολικής αλλά κάνανε τριφτή βάση.Την άλλη φορά θα μείνω στα digestive)
 Για τη γέμιση
114 γρ. ανάλατο βούτυρο
½ φλυτζάνι καστανή ζάχαρη, 113 γρ.περίπου
1 κουτί ζαχαρούχο γάλα
4 μπανάνες (εγώ έβαλα 3 μπανάνες και φτάσανε)
473 γρ. σαντιγύ (εγώ έβαλα τη μισή σαντιγύ και ήταν μια χαρά , δεν ήθελε άλλο)
τριμμένη σοκολάτα για διακόσμηση

Ε(χ)τέλεση
Για τη βάση
Τρίβουμε τα μπισκότα, με το χέρι ή στο μίξερ.Ενώνουμε με το βούτυρο.
Απλώνουμε το μείγμα σε μια ταρτιέρα με μετακινούμενη βάση, διάστασης περίπου 23 εκατοστά. Το βάζουμε στο ψυγείο να κρυώσει για καμιά ωρίτσα.

Για την κρέμα
Λιώνουμε το βούτυρο σ’ ένα μικρό κατσαρολάκι. Προσθέτουμε τη σκούρα ζάχαρη και ανακατεύουμε πάνω από χαμηλή φωτιά. 
Ρίχνουμε το ζαχαρούχο γάλα και ανεβάζουμε τη θερμοκρασία να βράσει για λίγα λεπτά, ανακατεύοντας συνεχώς. Κατεβάζουμε απ’ τη φωτιά, αδειάζουμε πάνω απ’ τη βάση . 
Το ξαναβάζουμε στο ψυγείο για καμιά ωρίτσα ακόμη να σφίξει το μείγμα της καραμέλας.
Όταν είναι να το σερβίρουμε, βγάζουμε απ’ το ψυγείο, ξεφορμάρουμε προσεχτικά και βάζουμε σε πιατέλα σερβιρίσματος.
Κόβουμε τις μπανάνες σε φέτες και καλύπτουμε το γλυκό.
Χτυπάμε τη σαντιγύ σε κρέμα και απλώνουμε πάνω απ’ τις μπανάνες.
Στολίζουμε με τριμμένη σοκολάτα.
Τρώμε μέχρι ν' ακούσουμε τα "αλλελούϊα" από ψηλά!


Υ.Γ Μόλις μου’ρθε φλασιά.
Έξω απ’ τη μπάρα που θα ξεμαντάλωνα στον ύπνο μου, εκεί στο ξύλινο πορτάκι, έγραφε:
“The Hungry Monk” 1970.
God save the Queen!  

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Σιροπιαστό κέηκ πορτοκάλι

...και κουβεντολόϊ με το Θεούλη


Είναι κάτι μέρες από κείνες που σού πάνε όλα στραβά, και λες:
"Γιατί ρε Θεούλη μου, τι έκανα; Έβρισα κανέναν; Όχι. Μόνο τον από πάνω λέω - γούρουνο- γιατί όταν περπατάει φέρνει μαζί του το Γ' Ράϊχ. 
Αλλά την καλή του δεν τη λέω γουρούνα όταν την πιάνουν οι καθαριότητες στις 7 το πρωί και σέρνει τα τραπέζια, τη λέω; Δεν τη λέω.
Γιατί σήμερα μού τα'φερες όλα στραβά;
Μια χαρά δεν έβαλα το ξυπνητήρι μου στις 7;
Μια χαρά χαρούλα δε σηκώθηκα μες στη χαρά να κάνω τις δουλειές μου;
Δε σιχτίρισα, δε στραβομουτσούνιασα, δε μπαϊλντισα ούτε με το γούρουνο (σχώρα με Θεούλη δε θα το ξαναπώ) ούτε με τους 40 βαθμούς που βράζει ο τόπος. Σιχτίρισα; Όχι. Δούλευα μες στην προκοπή.


Κι εκεί που ετοίμαζα  τα κατά παραγγελία chocolate chip cookies , μου σώνεται το βούτυρο.
Ε, μα για το Θεό βρε Θεούλη μου!
Μα τώρα; Έπρεπε τώρα; Πού να τρέχω εγώ τώρα έξω στους 40 βαθμούς που σκάει ο τζίτζικας κι η πλάση όλη;
Άντε καλά, εντάξει, "χρειαζότανε να προνοήσω" όπως λες και "να'χω καβάτζα βούτυρο". 
Οκ.
Καταπίνω την ευθύνη μου και βγαίνω, Θεούλη.
Αλλά, κοίτα, θα πάω στο κοντινό supermarket, εντάξει; Να τελειώνω τσάκατις τσούκατις.


Και πάω χοροπηδηχτή, κι από πεζούλα σε πεζούλα, κι από σκιούλα σε σκιούλα, και δε βρίσκω τα βούτυρα που θέλω. Αυτά που βρίσκω, τα έχουν τρεις φορές πάνω. Και κάτι άλλα, δε μού πολυγεμίζουν το μάτι. 
"Ε, εντάξει μωρέ", λέω, "σιγά τώρα, βούτυρο το ένα βούτυρο και τ' άλλο"
Και παίρνω το φτηνό το άλλο, και ξαναγυρίζω από πεζούλα την πεζούλα, και κάθομαι στο σπίτι να πάρω μιαν ανάσα. Ανοίγω το facebook και βρίσκω τη Λουκία, μια φίλη απ' τα παλιά, που μού λαχτάρησε το κέηκ μου το σοροπιαστό με το πορτοκάλι που τους το τράταρα όταν έμενα ακόμη στην Αθήνα με το σκύλο μου τον Ευριπίδη.
Ε, να τής το κάνω της Λουκίας! Τι στην ευχή; Τόσα σιάτσου μου'κανε εκείνη! Δεν αξίζει ένα κεκάκι; Και με την ευκαιρία να το ποστάρω και στο blog μου, να το δούν και τ'άλλα τα παιδάκια, σκέφτομαι.


Και σηκώνομαι η καλή σου, "με το χαμόγεμο στα χείλη, παν οι φαντάροι μας μπροστά" και αρχίζω να βγάζω βούτυρα και ζάχαρες και ξύσματα και κρέμα γάλακτος...Μωρέ κάτσε να τη μυρίσω πριν τη βάλω στο γλυκό...Πουφου, τι σκ...έληξε; Διαβάζω,λέει "λήξη 18 Ιουλίου" και σήμερα είναι 21 Ιουνίου μόλις. Μωρέ ποιος μού είπε πως άμα την ανοίξεις πρέπει και να την καταναλώσεις μέσα σε δέκα μέρες;
Α, ρε Λουκία, δε σε ήθελε σήμερα. Άσε γι' άλλη μέρα τα σορόπια.


Εντωμεταξύ,κάτσε να πλάσω εκείνα τα κουλουράκια της παραγγελιάς για να τελειώνω . 
Δεν κάνω λίγα στην αρχή να δώ πώς είναι το καινούριο βούτυρο;
Και κάνω έξι. Τα βγάζω. Τ' αφήνω να κρυώσουν. Τσιμπάω ένα, δοκιμάζω , στραβώνω και τραγουδώ τη συνέχεια του τραγουδιού της Βέμπο,
"Γινήκαν οι Ιταλοί ρεζίλι" 
Άει σιχτίρι μου δηλαδή με το παλιοβούτυρο που αγόρασα!
Και τώρα τι; Πάλι έξω;


Α, ρε Θεούλη , γιατί; Γιατί όλα σήμερα; 
Άντε να ξαναπαπουτσωθώ, άντε να ξαναπάω στο supermarket .
Αυτή τη φορά θα πάω στους Κινέζους.
Που "τα' χουν όόόλα και συμφέέέρουν". 
Ευκαιρία να πάρω και κρέμα γάλακτος να κάνω το κεκάκι της Λουκίας.


Παίρνω βαθειά αναπνοή και ξαναβγαίνω στους 40 βαθμούς με "το δισάκι μου στον ώμο (στην πλάτη) για το δρόόόμο, για το δρόόόμο".Σε δεκαπέντε λεπτά μπουκάρω στο aircondition των Κινέζων.
"Κρέμα γάλακτος, σαρδέλες, βούτυρο και λάδι" , "κρέμα γάλακτος, σαρδέλες, βούτυρο και λάδι" λέω και ξαναλέω παραλλάσσοντας το "ψωμί, γάλα, ρύζι, Καμπά", "ψωμί, γάλα, ρύζι, Καμπά" της παμπάλαιης εκείνης διαφήμισης.
Πήρα κρέμα γαλακτος, σαρδέλες, βούτυρο (κανονικό) και λάδι, πλήρωσα (ανθρωπινά) και επέστρεψα στην οικία μου χοροπηδηχτή ως τζιτζίκι άνευ κιθάρας (βλ. Αίσωπος)
Ζύμωσα απ' την αρχή chocolate chip cookies, με κανονικό βούτυρο
"αυτό ξέρουμε, αυτό εμπιστευόμαστε"
και ύστερα έπιασα το κεκάκι της Λουκίας .


Ήταν μια παλιά συνταγή που κατέγραψα στο μπλοκάκι μου κάτι Χριστούγεννα, όταν την αποκάλυψε ο Βάρσος, το διάσημο ζαχαροπλαστείο της Κηφισιάς.
Τα'κανα όλα με το νι και με το σίγμα.
Και μάλιστα με περισσή επιμέλεια και ζήλο.
Μέτρημα ακριβείας με τη ζυγαριά.
Χτύπημα στο χέρι.Το ζάλισα το μείγμα, το σβούρισα καμπόσες φορές με την κουτάλα μου δώθε κείθε και το'βαλα στο φούρνο.
Και κοίταγα την ώρα ανελλιπώς για να ξεπικρίσω τα πορτοκάλια και να ετοιμάσω το σορόπι.
Και στα τριάντα λεπτά έριξα μια ματιά στο τζαμάκι της κουζίνας μου να δω πώς πάει το λαχταριστό κεκάκι μου, και...
Αμάν , λαχτάρα μου. Είχε κάτσει.
Εκεί στη μέση είχε κάτσει. Σα λωρίδα διάβασης ήτανε.
Ω, συμφορά μου!
Γιατί μού το'κανες αυτό Θεούλη μου; Γιατί μού το'κανες αυτό κεκάκι μου;


Τι'πες Θεούλη; Συγγνώμη; Για repeat!!! 
"Δε MOY το έκανες αυτό ούτε εσύ ούτε το κεκάκι,  και να μην το παίρνω προσωπικά;"
Καλά  ρε Θεούλη, είναι ώρα τώρα αυτή να μού θυμίσεις τους νόμους του σύμπαντος;
Εντάξει, εντάξει, πώς το θες; Αλλάζω τη διατύπωση: 
"Γιατί το έκανες αυτό κεκάκι μου;;;;;;;;"
Θεούλη, πολύ ευδιάθετο σε βρίσκω σήμερα και πολύ συζητήσιμο.
Τι θα πει "εγώ το έκανα;" Πώς το έκανα εγώ; Τι φταίω εγώ;
"Έτσι λέει κι όλη η Ελλάδα;"
Ωραία, παραδίνομαι. Πες μου πού έφταιξα.
"Δε θέλει πολύ ανακάτεμα το αλεύρι, αλλά να το προσθέτω στο μείγμα μαλακά;
Κι εγώ το ζάλισα;"
Ρε Θεούλη!!!!Πού τα'μαθες εσύ αυτά;;;; 


Κέηκ πορτοκάλι με σιρόπι
Του ζαχαροπλαστείου  Βάρσος

1/2 φλυτζάνι βούτυρο φρέσκο
1 φλυτζάνι αλεύρι σκληρό
1 φλυτζάνι ζάχαρη
3 αυγά
1/2 φλυτζάνι κρέμα γάλακτος
2 κουταλάκια baking powder
Ξύσμα ενός πορτοκαλιού
Χυμό ενός πορτοκαλιού
1 πρέζα αλάτι
1 φλυτζανάκι του καφέ κονιάκ

Για το σιρόπι
1 φλυτζάνι νερό
1 φλυτζάνι ζάχαρη
μερικές σταγόνες λεμονιού
1 πορτοκάλι κομμένο σε λεπτές φέτες

Ε(χ)τέλεση
Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 170C.
Βουτυρώνουμε και αλευρώνουμε μια μακρόστενη μικρή φόρμα.
Χτυπάμε καλά το βούτυρο με τη ζάχαρη .
Προσθέτουμε ένα ένα τα αυγά, την κρέμα γάλακτος, το ξύσμα ενός πορτοκαλιού.
Κοσκινίζουμε το αλεύρι με το baking powder και το αλάτι.
Προσθέτουμε στο μείγμα εναλλάξ το κονιάκ, το χυμό του πορτοκαλιού και το αλεύρι, αφήνοντας τελευταίο το αλεύρι (και προσθέτοντάς το μαλακά )
Αδειάζουμε το μείγμα στη φόρμα και ψήνουμε για 40 λεπτά περίπου.

Εντωμεταξύ βάζουμε τις ροδέλες του δεύτερου πορτοκαλιού σε κατσαρολάκι με νερό και τις βράζουμε ,αδειάζοντας δύο φορές το νερό για να ξεπικρίσει.
Ύστερα προσθέτουμε τις ροδέλες στο σιρόπι και βράζουμε για 15 λεπτά περίπου σε μέτρια θερμοκρασία.
Όταν βγάλουμε το κέηκ απ' το φούρνο ρίχνουμε κουταλιά κουταλιά το σιρόπι για να μη χαλάσει η επιφάνειά του και ύστερα στολίζουμε επάνω τις ροδέλες του πορτοκαλιού.


* Οι φωτογραφίες είναι από το ακάθιστο κεκάκι που είχα κάνει τα Χριστούγεννα και πρόλαβε και το φωτογράφησε η φίλη μου η Ανθούλα Λελεκίδου.
** Η γεύση του σημερινού καθισμένου είναι ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΕΞΑΙΡΕΤΗ!!!
***Άμα το κάνετε, δώστε βάση στα σχόλια του Θεούλη. Ξέρει Αυτός τι λέει!!!

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Ο δικός μου Ύμνος των Μαύρων Σκυλιών

Συνηθίζω να ξυπνάω μ' ένα τραγούδι στ΄αυτιά μου.
Ήταν προχτές που ξύπνησα με τον "Ύμνο των μαύρων σκυλιών" του Λουκιανού Κηλαηδόνη.
Κι έμεινε στ' αυτιά μου όσο ψώνιζα, έπλενα τα πιάτα, μιλούσα στο τηλέφωνο. Ήταν εκεί.
Και λίγο μετά άκουσα "Ο δικός μου ύμνος των μαύρων σκυλιών" .
Ξέρω πια πως είναι να δίνω βάση στη φωνή και να μην την προσπερνάω.
Έκατσα λοιπόν κάτω τον ποπό μου κι έγραψα το δικό μου "Ύμνο"
Των μαύρων, των άσπρων σκυλιών,των λύκων των προβάτων, δεν ξέρω.
Έβαλα πάντως τις δικές μου λέξεις στο τραγούδι, τα δικά μου ναι και τα δικά μου όχι.
Δεν είναι μόνο αυτά,είναι πολλά, τόσα χώραγαν όμως για τώρα, τόσα μπήκανε.
Τα υπόλοιπα θα μπουν κάπου αλλού: σε μια γωνιά μιας ιστορίας, σε κάποιο ημερολόγιο, σ' ένα βιβλίο...κάπου.
Προς το παρόν,ιδού:


Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΜΑΥΡΩΝ ΣΚΥΛΙΩΝ


Στις γαρίδες λέμε ναι,
Στις μαρίδες λέμε ναι,
Στα ταξίδια λέμε ναι
Και στα μύδια λέμε ναι
Στις κορδέλες λέμε ναι,
Στις σαρδέλες λέμε ναι

Όχι στους ανεγκέφαλους
Όχι στους δραγουμάνους
Όχι στους υπερφίαλους
Όχι στους απαθείς

Στα βιβλία λέμε ναι
Στα αστεία λέμε ναι
Στην παρέα λέμε ναι
Στα ωραία λέμε ναι
Στις λαγάνες λέμε ναι
Στις αλάνες λέμε ναι

Όχι στον ωχαδερφισμό
Όχι στο βολεμένο
Όχι λέμε στο φασισμό
Όχι στο χαφιέ.

Στις μπύρες ναι, στις μοίρες ναι
Στο κόρτε ναι, στο φόρτε ναι,
Στα γλέντια ναι, στα ντέρτια ναι
Στα γέλια ναι, στα μέλια ναι
Στ’ αηδόνια ναι, στ’ αλώνια ναι,
Στους ευγενείς λέμε ναι!

Στα τραγούδια λέμε ναι,
Στα λουλούδια λέμε ναι,
Στα φουστάνια λέμε ναι,
Στα μποστάνια λέμε ναι
Στα καράβια λέμε ναι
Στα σουραύλια λέμε ναι

Όχι στον ψευτοθόδωρο
Όχι στον μπρατσωμένο
Όχι στον μουγκοθόδωρο
Όχι στο λακέ

Στις γρανίτες λέμε ναι,
Στις τσικίτες λέμε ναι,
Στα σουβλάκια λέμε ναι
Στα φιλάκια λέμε ναι
Στις ρετσίνες λέμε ναι
Στις μαρίνες λέμε ναι

Όχι στους κοκορόμυαλους
Όχι στις φαντασμένες
Όχι και στους βρωμόστομους
Όχι στους μωρούς

Στις μπύρες ναι, στις μοίρες ναι
Στο κόρτε ναι, στο φόρτε ναι,
Στα γλέντια ναι, στα ντέρτια ναι
Στα γέλια ναι, στα μέλια ναι
Στ’ αηδόνια ναι, στ’ αλώνια ναι,
Στους ευγενείς λέμε ναι!

ΝΑΙ!

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Τούρτα γενεθλίων

Κρίσιμες μέρες, κρίσιμους καιρούς περνάνε οι Έλληνες.
Αύριο ξημερώνει μιαν άλλη μέρα, αλλά κανείς δεν ξέρει πώς θα (μάς) και πώς θα (σάς) ξημερώσει.
Έχουμε μια τάση στη λήθη η Έλλληνες.
Ξεχνάμε πως είμαστε όλοι συνδεμένοι μ' ένα αόρατο νήμα στη ζωή, και πως "δεν είμαστε στο εγώ, είμαστε στο εμείς" που θα'λεγε κι ο έρμος ο Μακρυγιάννης.
Αύριο είναι μέρα ψήφου, μέρα επιλογής.
Όλα είναι θέμα επιλογής.

Με επιλογή γεννιόμαστε, με επιλογή πεθαίνουμε, πώς γίνεται να ζούμε άβουλα στο ενδιάμεσο και να βολοδέρνουμε ασφαλείς και προστατευμένοι σαν αποφασίζουν άλλοι για μας;
Πώς γίνεται ν' απαρνιόμαστε τη μονάδα μας και να γινόμαστε πλήθος;
Ο φόβος μάς κάνει πολλές φορές να μην σηκώνουμε κεφάλι, να μην σηκώνουμε φωνή να πούμε" είμαι εδώ", "πιστεύω αυτό", "θέλω το άλλο". Μην και μας πούνε διαφορετικούς, και μάς κολλήσουνε τη ρετσινιά, μάς βάλουνε στο περιθώριο και γίνουμε τα μαύρα πρόβατα και οι αποδιοπομπαίοι τράγοι.
"Μα δε βλέπεις τη Μαιρούλα,τη Γιωτούλα την Καιτούλα που παντρεύτηκαν, νοικοκυρεύτηκαν και κάνανε παιδιά;" που θα'λεγε κι η μάνα μου.
Λες κι όλες γεννηθήκαμε Μαιρούλες και Γιωτούλες και κοτούλες, στο ίδιο κοτέτσι όλες μαζί, ν' ακολουθούμε όλες μαζί τον ίδιο κόκορα στην ίδια την αυλή.
Γιατί αλλιώς "τι θα πει ο κόσμος;" που θα ξανάλεγε η μάνα μου,
ή σε παραλλαγή
"Τι θα πω στον κόσμο έτσι και με ρωτήσουν;"
Τι θα πεις ρε μάνα;
Τι τον νοιάζει τον κόσμο τι τρως, αν τρως, τι ψηφίζεις, τι υποστηρίζεις;
Ποιος είναι ο κόσμος ρε μάνα;
Πώς έγινε κι έγινες "κόσμος" βρε μανούλα μου και ξέχασες πως είσαι εσύ η Αλεξάνδρα η μοναδική, κι άλλη στον "κόσμο" καμιά σαν εσένα;


Τί μ' έπιασε τώρα αυτή η παρλαπιπίαση;
Εγώ έβαλα την πολύχρωμη μαγειρική ποδίτσα μου,
κι έκατσα να σάς πω την ιστορία μιάς γενέθλιας τούρτας
κι όχι την ιστορία της ψυχολογίας τού πλήθους.

Σήμερα λοιπόν η αυλή μας ετοιμάζεται για πάρτυ.
Η  Kate, που μένει στη διπλανή πόρτα και είναι από την Iowa, έχει γενέθλια μαζί με τη Λούνα, τo york teacup σκυλάκι της που είναι δεν είναι δύο κιλά, και περιμένουμε καμιά 25αριά ανθρώπους να εισβάλλουν σε λίγες ώρες.

Εμένα μού ανατέθηκε να τής φτιάξω την τούρτα της, (τρίτη τούρτα μέσα σε λίγες μέρες )και μόλις την αποτέλειωσα και την έβαλα στο ψυγείο.
Ετοιμάστηκα ψυχολογικά για μια εντυπωσιακή τούρτα σοκολάτα- peanut butter , αλλά η Kate  είπε πως αγαπάει περισσότερο τις φράουλες, οπότε σήμα ελήφθη, αλλαγή ρότας, ό,τι θέλει ο λαός!
(Πάλι στις εκλογές γυρίζει ο νους μου, αχ!!!
Έλληνα, συγκεντρώσου , σκεψου καλά πριν αγοράσεις όσα σού λένε, σκέψου καλά πριν ρίξεις τη γνώμη σου στο κουτί.)
Πίσω στην τούρτα της Kate, που μάλλον δεν έχει ξυπνήσει ακόμα και θα μείνει αστόλιστη η αυλή.
Ξύπνα Kate! Η ώρα κοντεύει!
Έλληνα ξύπνα. Κόντεψε η ώρα!
Άντεεεε, πάλι τα ίδια.
Μαρθούλα, συγκεντρώσου, παιδί μου!
Έτσι μου'λεγε κι ο δάσκαλος στην τάξη, αφού δεν το'κλεινα το ρημάδι το στόμα μου!
Μέχρι που ένα πρωί, ο αγαπημένος μου καθηγητής, ο κύριος Ναλμπαντίδης μου'κοψε τη λογοδιάρροια μαχαίρι, όταν μου είπε φανερά στενοχωρημένος:
"Τομπουλίδου, παιδί μου, λίγο σεβασμό θέλουμε, τίποτε άλλο"
Έσκασα, γύρισα μπροστά, κατέβασα τα μούτρα και δεν το ξανάνοιξα το ρημάδι  ούτε στην ώρα του κυρίου Ναλμπαντίδη ούτε και κανενός άλλου.

Αυτά, περί παρλαπιπίασης. Τι άλλα; Πώς μού είστε εσείς; Τι φτιάχνετε;
Εμείς εδώ την κάμαμε την τούρτα μας κι ώρα να σάς την πούμε, γιατί αλλιώς δεν βλέπω να βγάζουμε το σκασμό!

Η τούρτα της Kate με σοκολάτες και με μαρμελάδες και με φράουλες 
για τα γενέθλιά της 
και για τ' άλλα τα παιδάκια που θαρθούν
Από smittenkitchen.com

Για 2 ταψάκια 25 εκατοστών το καθένα


Για τις βάσεις
85 γρ. σοκολάτα κουβερτούρα
1 1/2 φλυτζάνι ζεστό καφέ φίλτρου
3 φλυτζάνια ζάχαρη
2 1/2 φλυτζάνια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 1/2 φλυτζάνι άγλυκο κακάο
2 κουταλάκια μπέκιν σόδα
3/4 κουταλάκι του γλυκού μπέκιν πάουντερ
3 μεγάλα αυγά
3/4 φλυτζανιού καλαμποκέλαιο
1 1/2 φλυτζάνι ξινόγαλα (καλά χτυπημένο)
3/4 κουταλάκι του γλυκού εκχύλισμα βανίλιας

Για τη γέμιση
300γρ. περίπου μαρμελάδα φράουλα

Για την επικάλυψη σοκολάτας
227 γρ. σοκολάτα κουβερτούρα
1/2 φλυτζάνι κρέμα γάλακτος
1 κουταλιά της σούπας ζάχαρη
1 κουταλιά της σούπας μέλι
28γρ. ανάλατο βούτυρο
Αν θέλετε να βάλετε σοκολάτα μέσα κι έξω (αντί για μαρμελάδα) τότε διπλασιάστε την παραπάνω δόση

Ε(χ)τέλεση

Για τις βάσεις
Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 149C/300F.
Βουτυρώνουμε ελαφρά τους πάτους από δύο ταψάκια 25 εκατοστών, τα στρώνουμε με αντικολλητικό χαρτί, βουτυρώνουμε και το χαρτί ελαφρά.
Κόβουμε σε κομματάκια τη σοκολάτα και τη ρίχνουμε σε μπωλ μαζί με το ζεστό καφέ φίλτου και ανακατεύουμε μέχρι να λιώσει η σοκολάτα.

Σ' ένα μεγάλο μπωλ ανακατεύουμε τη ζάχαρη, το αλεύρι, το κακάο, το μπέκιν πάουντερ, τη μπέκιν σόδα και το αλάτι. Σ' ένα άλλο μπωλ χτυπάμε καλά τα αυγά μέχρι να γίνει κίτρινο και παχύ το υγρό, και μαλακά προσθέτουμε μέσα το λάδι, το ξινόγαλα, τη βανίλια και την σοκολάτα με τον καφέ να ενωθούν καλά. Στο τέλος προσθέτουμε και το μείγμα της ζάχαρης και ανακατεύουμε.

Μοιράζουμε το μείγμα στα δύο ταψάκια και ψήνουμε στη μεσαία σχάρα του φούρνου για περίπου 1 ώρα , 1 ώρα και 10 λεπτά, δοκιμάζοντας με την οδοντογλυφίδα να βγει καθαρή (και ξάστερη).

Αφήνουμε τις βάσεις να κρυώσουν πάνω σε σχάρες. Ύστερα , κάνοντας προσεχτικά την περίμετρο των βάσεων με ένα μαχαίρι, τις ξεκολλάμε από τα τοιχώματα των σκευών, βγάζουμε προσεχτικά τα αντικολλητικά χαρτιά και τις αφήνουμε να κρυώσουν πάλι στις σχάρες.


Για την επικάλυψη σοκολάτας
Κόβουμε σε κομματάκια τη σοκολάτα.
Βάζουμε σε μέτρια προς χαμηλή φωτιά ένα κατσαρολάκι με την κρέμα γάλακτος, τη ζάχαρη και το μέλι και ανακτεύουμε μέχρι να λιώσει η ζάχαρη. Κατεβάζουμε απ' τη φωτιά , προσθέτουμε τη σοκολάτα και ανακατεύουμε να λιώσει καλά η σοκολάτα. Στο τέλος προσθέτουμε το βούτυρο σε κομματάκια να λιώσει κι αυτό.
Μεταφέρουμε το μείγμα σε ένα άλλο μπωλ, και ανακατεύουμε συχνά πυκνά μέχρι να κρυώσει το μείγμα και να μπορεί να απλώνεται.

Όταν κρυώσουν οι βάσεις, βάζουμε την κάτω βάση σε πιατέλα, με ένα μαχαίρι "παίρνουμε" προσεχτικά λίγη απ' την επιφάνεια του κέηκ να απλώνεται η μαρμελάδα πιο εύκολα.
Απλώνουμε τη μαρμελάδα κι από πάνω βάζουμε τη δεύτερη βάση κέηκ, κόβοντας επίσης λίγη απ' την επιφάνειά της. Ρίχνουμε τη σοκολατένια γκανάς στο κέντρο και απλώνουμε προς τα κάτω και γύρω γύρω απλώνοντας προσεχτικά με ένα μαχαίρι να καλυφτεί η τούρτα παντού.

Έκοψα ένα κουτάκι φράουλες σε ροδέλες και τις κόλλησα στην περιφέρεια της τούρτας.
Καβούρδισα αμύγδαλα, τα ψιλοέκοψα και πασπάλισα την επιφάνεια της τούρτας γύρω γύρω σε δαχτυλίδι.
Στο κέντρο έβαλα μια φραουλίτσα, και να'το, να'το το γλυκό,

"...να το βάλουμε στο πιάτο,
να μας πούν ορίστε φάτο!!!"
                                                    Με τις υγείες μας αύριο.
                                                       Άντε και καλό βόλι,
                                             ή αλλιώς "καλή πατρίδα, σύντροφοι"!

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Ψωμάκια (scones) με φράουλες και λευκή σοκολάτα


Θα πρέπει να'χω κάποια ρίζα βρεττανική ή σκωτσέζικη ή ιρλανδέζικη, δεν εξηγείται αλλιώς.
Όλο στο τσάϊ αναφέρομαι, αν και δεν το πολυπίνω,
τις προάλλες έκανα ανάρτηση "ώρα για τσάϊ", κι ύστερα έφαγα τα καλούδια μου σκέτα,
και τα σημερινά γλυκά ψωμάκια/scones που έρχονται από τη Σκωτία, κι έχουν εξαπλωθεί σ' όλο τον κόσμο, είναι πολύ παρεμφερή με κεκάκια του τσαγιού.
Είναι μικρά φουσκωτά ψωμάκια, στρογγυλά, ή τρίγωνα που συνήθως τα συνοδεύουν με βούτυρο και μαρμελάδα. τα φτιάχνουν γλυκά με σταφίδες, σοκολάτες, ξερά φρούτα ή και αλμυρά με πατάτα, τυρί, bacon και σε διάφορες άλλες παραλλαγές.

Καλημέρα σας, λοιπόν μετά την εισαγωγή για τις ρίζες μου που παραμένουν ανεξιχνίαστες.
Κοντεύει μεσημέρι.
Εδώ στις 12 τρώνε lunch , στις 4 αρχίζει το βραδινό και στις 5 λένε goodnight.
Είναι μία παρά τώρα, εγώ λέω ακόμη "καλημέρα" , κι όταν δεν θέλω να μπερδεύομαι με καλημέρες και καλησπέρες βάζω κι ένα "χαίρετε" ενδιάμεσα και σώζομαι.
Χτες μ' έπιασε η καθαριότης που είναι μισή αρχοντιά κι άρχισα να τρίβω πατώματα και τοίχους, χωρίς να το'χω προγραμματίσει, το'να έφερε το άλλο, κι έτσι απρογραμμάτιστα, άλλαξα καλύμματα στους καναπέδες, έβαλα πλυντήρια, σιγύρισα, ξεσκόνισα, σφουγγάρισα "ό,τι κάνει μια γυναίκα δηλαδή" (βλ. Μαίρη Παναγιωταρά) και βρέθηκα να κωλοσούρνομαι στο κρεβάτι μου ένα δωδεκάωρο αργότερα, ψόφια.

Αλλλά τώρα είμαι πάλι φρέσκια φρέσκια και λαχταριστή, σηκώθηκα με νέες δυνάμεις, ήπια καφεδάκι στην αυλή και κατάστρωσα τα ψηστικά μου σχέδια.
Το απόγευμα θα δω τα δίδυμα της Ασπασίας, έτσι τη φωνάζω εγώ κι ας είναι Άσπα κατά κόσμον, άρα, γιούπιιιι,να η ευκαιρία για δημιουργία! Βουρ στην κουζίνα! Άφησα μισό τον καφέ στο τραπεζάκι της αυλής κι άνοιξα τα κιτάπια μου. Βρήκα μια συνταγή για scones με φράουλες και λευκή σοκολάτα. Χωρίς βούτυρο διόλου. Μμμμ! Μού μοσχομύρισαν απ' το χαρτί ακόμη. Όρμησα στο ψυγείο να μετρήσω αν μού φτάνανε τ' "απομεινάρια μιας μέρας" (Τίτλος ταινίας είναι αυτός)

Τα είχα όλα, εκτός από λευκή κατάλευκη σοκολάτα. Είχα λευκή σοκολάτα μεν, cookies and cream δε, με κομματάκια μπισκότου κι αυτήν έβαλα. Είμαι σίγουρη πως δεν θα χαλάσει η συνταγή , όπως επίσης η κουβερτούρα, αν έχετε, ή όποιο άλλο berry σάς είναι διαθέσιμο. Strawberries, raspberries, blueberries, φραουλίτσες, μούρα, σμέουρα, όλα ευπρόσδεκτα.

Πήρα τη μηχανή υπό μάλης, κι άρχισα να τη σούρνω μέσα στα αλεύρια και στις κρέμες γάλακτος, flash από δω, flash από κει, κατάφερα να τελειώσω χωρίς ατυχήματα.
Δεν αλεύρωσα τη μηχανή, δεν έκαψα τα ψωμάκια μου και να'τα!!! Φουσκωτά κι αφράτα!


Ψωμάκια με φράουλες και λευκή σοκολάτα

3 κούπες αλεύρι
1/4 της κούπας ζάχαρη
1 κουτάλι της σούπας baking powder (μπέκιν πάουντερ)
1/4 κουταλάκι αλάτι
1 κούπα χοντροκομμένες φράουλες
1/2 - 1 κούπα χοντροκομμένη λευκή σοκολάτα (εγώ έβαλα σοκολάτα cookies and cream όπως είπαμε)
2 κούπες κρέμα γάλακτος
Λίγο γάλα ή κρέμα γάλακτος για άλειμμα (αν θέτε)
Λίγη λευκή χοντρή ζάχαρη για πασπάλισμα (αν θέτε)


Η ώρα της ε(χ)τέλεσης

Βάζετε το φούρνο να ζεσταίνεται στους 218C/ 425F .
Σ' ένα μπωλ ανακατεύετε τα άσπρα: αλεύρι, ζάχαρη, αλάτι και baking powder (μπέκιν).

Προσθέτετε τις χοντροκομμένες φράουλες και τη λευκή σοκολάτα (ή όποια σοκολάτα σάς κάνει κέφι να βάλετε).


Στο τέλος ρίχνετε την κρέμα γάλακτος

και φτιάχνετε μια στρουμπουλή και αφράτη ζύμη.
Την ξαπλάρετε σε μια αλευρωμένη επιφάνεια.
Την ανοίγετε είτε σε στρογγυλό είτε σε τετράγωνο φύλλο,όχι πολύ λεπτό.
Κόβετε  σε στρογγυλά, τρίγωνα ή  τετράγωνα ψωμάκια. Εγώ τα έκοψα τετράγωνα.

Τα αλείφετε με γάλα- κρέμα γάλακτος (αν θέτε είπαμε) , τα πασπαλίζετε με ζάχαρη (πάλι αν θέτε) και τα "πετάτε" στο φούρνο για 15-20 λεπτά, μέχρι να χρυσίσουν και να αρωματίσουν το σπιτικό σας.
Κάποιοι τα αφήνουν να κρυώσουν.
Κάποιοι τα τρώνε χλιαρά, κι απλώνουν μέσα βούτυρα και μαρμελάδες.
Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα ή αλλιώς scone.
                                             Και τώρα τρέχω στα δίδυμα!!! Byeeeee!!!

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Ώρα για τσάϊ

Στο ψυγείο μου βρήκα δυο ξεχασμένα μήλα
και στην κατάψυξη μια ξεχασμένη σφολιάτα.
Είχα ζάχαρη και κανέλα, βρήκα τα ρολάκια μήλου στην Αθηνά santie-athina.blogspot.com 
και τα έκανα.


Στο super market μού μύρισαν τα βερύκοκα.
Γέμισα την τσάντα μου, τα έφερα στο σπίτι, είχα ζάχαρη, βανίλια και λεμόνι, βρήκα τη συνταγή της Βαγγελιώς στο cretangastronomy.blogspot.com και έκανα μαρμελάδα.

Τα βάζα παραγέμισαν,
δεν είχα αυγά, δεν είχα βούτυρο, 
θυμήθηκα τη νηστίσιμη πάστα φλώρα, 
τη βρήκα στην tantekiki.blogspot.com και την έκανα.

Ύστερα τα'βγαλα στον ήλιο και τα χάζευα.

                                                 Έκοψα ένα κομμάτι και το'φαγα.

                                                     Έφερα και το νεράκι μου κοντά.

Και το ήπια στην υγειά σας, καλές μου κυρίες, εσείς κι οι άλλες, που μού μαθαίνετε τόσα!

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Λίγα απ' αυτά που αγαπώ

Καλή  μέρα σε όλους μας.
Είτε βρέχει, είτε χιονίζει.
Είτε έχουμε λίγη ή πολλή δουλειά στο κεφάλι μας.
Είτε μάς πιέζει ο χρόνος και τρέχουμε, είτε είμαστε αραχτοί μ' ένα βιβλίο στην παραλία.
Ας φροντίσουμε να έχουμε μια καλή μέρα με καλή διάθεση, καλές σκέψεις, να κάνουμε το καλό και να το ρίχνουμε στο γιαλό, να πούμε καλημέρα σ' όλους τους γείτονες και να βάλουμε λίγο χρώμα στη ζωή μας.
Σε εποχές που βομβαρδιζόμαστε από συμπεριφορές βασισμένες στο "θυμώνω", "τα'χω πάρει", "φοβάμαι", "στρεσσάρομαι", "μισώ", είναι καλό να θυμόμαστε και να ενισχύουμε το "αγαπώ" και το "χαίρομαι".Κι όσο περισσότερο το κάνουμε, όσοι περισσότεροι το κάνουμε, τόσο θα απλώνεται το άσπρο στην παλέτα της ζωής μας, στην οποία ξεχνάμε πως εμείς είμαστε οι ζωγράφοι, εμείς κρατάμε τα πινέλα στα χέρια μας.

Η Άννα στο musical "Ο Βασιλιάς κι εγώ" δίδασκε το γιο της να μη φοβάται, σφυρίζοντας.
"Κάθε φορά που θα φοβάσαι, θα σφυρίζεις ένα χαρούμενο σκοπό.Έτσι θα ξεγελάς τους άλλους ,θα ξεγελάς και τον εαυτό σου, και δε θα φοβάσαι πια"
Και η Μαρία στη "Μελωδία της ευτυχίας",όταν τα παιδιά μαζεύονταν γύρω της τρομαγμένα απ' τις αστραπές, τους τραγουδούσε τα αγαπημένα της πράγματα στη ζωή που την κάνουν χαρούμενη.
"Αν μoύ γαυγίσουν τα σκυλιά, αν με τσιμπήσει μέλισσα, αν είμαι λυπημένη, θυμάμαι αυτά που αγαπώ, και δεν νιώθω πια και τόσο άσχημα."


Γι' αυτό κι εγώ θα ξεκινήσω τη μέρα μου με λίγα απ' αυτά που αγαπώ, και κάθε μέρα πριν να σηκωθώ απ' το κρεβάτι, θα θυμάμαι και κάτι ακόμα, και μετά θα φυλάω τη χαρά του να είμαι ο εαυτός μου όλη μέρα.

                                                      Αγαπώ τη μουσική,
                                                             τα ωραία πακέτα,
                                                                   τις γιορτές,
τα καλοστρωμένα τραπέζια, 
τις παρέες,
τα γεμιστά, 
τις βιολέτες, τις ανεμώνες,
 τα πάσης φύσεως ζαχαρωτά, 
                                                
τα ψωμιά, τις ζύμες και τις πίτες, 
αγαπώ το ρετρό, 
αγαπώ να γράφω, να διαβάζω, να χορεύω, να ζωγραφίζω, να κολυμπάω, 
αγαπώ ΝΑ ΜΙΛΑΩ, 
αγαπώ το Ντόναλντ, τα στρουμπουλά μωρά, τα κουτάβια, 

                             τη θάλασσα, το σινεμά, το θέατρο, τις φωτογραφίες.

Για σήμερα αυτά μού είναι αρκετά.
Να έχετε όλοι μια υπέροχη μέρα και να βρίσκετε αυτά που αγαπάτε. 
Να μην τα διαπραγματεύεστε , να μην τα χαρίζετε, να μην τα ξεχνάτε!
      Φιλιά σας!!!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...