Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Μία ζαμπονόπιτα στο 4!

Γιατί στο 4;
Γιατί είναι το μισό του 8 που είναι το αγαπημένο μου νούμερο!
Γιατί θα μπορούσα να πω και "ταμ τιρι τυρόπιτες, ταμ τιρι, ζεστές"
αλλά δε θα μιλήσω για τυρόπιτα , κι ούτε ζεστή είναι τώρα που μιλάμε!


Που λέτε εγώ, δεν ήτανε ν' ασχοληθώ  με τα μαγειρέματα σε τούτες τις γραμμές , αλλά με τα φουρνίσματα και με τα γλυκίσματα.
Μ' έπιασε όμως μία λιγουρίασις μ' αυτήν την πίτα , ένας έρωτας με την πρώτη ματιά και αποφάσισα να σάς τον μοιραστώ.


Τη Ρένα της Φτελιάς την ήξερα απ' την Αθήνα, την άκουγα, αλλά στο μαγαζί της δεν μπήκα ποτέ.
Χτες όμως, την ώρα που ο Αρούλης ο γατούλης χάζευε έξω απ' το παράθυρο, εγώ χάζευα το βιβλίο "Ρένα της Φτελιάς/ Πίτες και τάρτες" . Και εικόνα στην εικόνα το'φτασα στο τέλος, παρόλο που κατάλαβα πως τη συνταγή της αρχής θα δοκίμαζα την επαύριο: τη ζαμπονόπιτα.
Μ' άρεσαν όλες οι πίτες, φωτογραφημένες σε παλιά βαριά σκεύη, πάνω σε παλιά ξύλινα τραπέζια.
Μού κάναν κάτι κλασσικό, κάτι μαμαδίσιο αλλά σε προχωρημένη έκδοση.


Δε θα πω τίποτε άλλο.
Ο λόγος στη Ρένα της Φτελιάς και η μπουκιά σε μένα που ακολούθησα τα λόγια της και δεν έχασα.
Ζαμπονόπιτα


10 φέτες ζαμπόν από πλάτη ψιλοκομμένο
200 γρ. κασέρι τριμμένο
100 γρ. πιπεράτο κεφαλοτύρι τριμμένο
100 γρ. γκούντα τριμμένο
1 πιπεριά πράσινη κομμένη σε ροδέλλες
1 πιπεριά κόκκινη κομμένη σε ροδέλλες
1 πιπεριά κίτρινη κομμένη σε ροδέλλες
8 ντομάτες κομμένες σε ροδελλες
Λίγο μαϊντανό ψιλοκομμένο
Λίγο σουσάμι
Λίγη πάπρικα
Λίγο αλάτι για τις ντομάτες
2  φύλλα για την πίτα


Για 2 φύλλα πίτας
500 γρ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
1 αυγό
200 γρ. (1 κεσεδάκι) γιαούρτι
1 φλυτζάνι λάδι
Λίγο αλάτι
100 γρ.πικάντικο τυρί (κατά προτίμηση πεκορίνο) τριμμένο


Ζυμώνουμε πολύ καλά όλα τα υλικά και ανοίγουμε δύο φύλλα .
Ανάβουμε το φούρνο στους 180 βαθμούς.
Αλείφουμε ένα ταψί με πολύ λίγο λάδι.
Σ' ένα μπωλ ανακατεύουμε όλα τα τυριά.
Ανοίγουμε ένα λεπτό φύλλο και το στρώνουμε στο ταψί.
Από πάνω βάζουμε μια στρώση τυριά, 
το ζαμπόν , 
τις πιπεριές,(εγώ δεν είχα κίτρινη και δεν έβαλα) 
άλλη μια στρώση τυριά, 
και τις ντομάτες (έβαλα πέντε και ήτανε αρκετές) με αλάτι και μαϊντανό. 
Σκεπάζουμε με άλλο ένα φύλλο που αλείφουμε με λίγο λάδι. 
Ρίχνουμε το σουσάμι με το πιπέρι (έριξα λίγο μαύρο πιπέρι, όχι πάπρικα κι ήταν μια χαρά) και ψήνουμε τη ζαμπονόπιτα για 30 λεπτά περίπου.
Tη χάραξα σε κομμάτια, παρόλο που η φωτογραφία στο βιβλίο έδειχνε την πίτα αχάρακτη κι ολόκληρη.
Εγώ την καταφχαριστήθηκα.
Μακάρι κι εσείς!

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Έγινε του Rugelach

...και τι παθαίνεις όταν ξεχνάς τα γυαλιά σου
* Η φωτογραφία είναι παρμένη από το userealbutter.com που έκανε τα κανονικά rugelach


Τα σκέφτομαι καιρό τα rugelach.
Αυτά τα μικρά βουτήματα που είναι τυλιχτά, γεμισμένα με μαρμελάδες και ξηροκάρπια και πασπαλισμένα με ζαχαρίτσες.
Rugelach, rugelach μάσαγα τη λέξη κι ένα ξενικό παραμύθι μουρχότανε στο στόμα από R-...RRRR, μπα! Αδύνατον να το θυμηθώ!
Rapunzel!!! Το θυμήθηκα!
Rugelach-Rapunzel!
Μα τι σχέση μπορεί να έχει μία μακρυμαλλούσα κοπελιά με ένα τυλιχτό κομψό βούτημα;
Ουδεμία!
Άφησα λοιπόν το παραμύθι στην πάντα κι έπιασα να κάνω το γλυκό.


Λίγη προϊστορία πριν πάμε στο rugelach:
Αυτές τις μέρες προσέχω τον Άρη, έναν πορτοκαλί γάτο που οι κύριοι του ταξιδεύουν στην Αγία Πετρούπολη. Όταν είμαι με τον Άρη, παίρνω πάντοτε μαζί μου τα γυαλιά μου , αφού όλο και θα διαβάσω, θα γράψω, και  τα γυαλιά μού ειναι απαραίτητα.
Έχω δυο μάτια φοβερά, τυπικοί Έλληνες! 
Το ένα βλέπει κοντά, το άλλο βλέπει μακριά και τα δυο μαζί δε θέλουν να συνεργαστούνε .
Το καθένα έχει τη δική του σημαία.
Γυαλιά λοιπόν, που μπαίνουν πρώτα πρώτα στην τσάντα όταν πάω στο σπίτι του Άρη, και ξαναμπαίνουν στην τσάντα για το σπίτι το δικό μου. Μπες βγες, κλείδωσε ξεκλείδωσε, σήμερα έφυγα απ' τον Άρη με όλα τα απαραίτητα σύνεργα , ΟΠΩΣ ΝΟΜΙΖΑ, κι έκατσα να μελετήσω τη συνταγή για τα rugelach. 
Ανοίγω την τσάντα, αμ δε; Πού γυαλιά;
ρε, άντε τώρα, ογδόντα ώρες θα κάνω μέχρι να τελειώσω", σκέφτομαι.
Όμως είμαι αποφασισμένη, πάει και τελείωσε.Το πρόγραμμα σήμερα έχει rugelach.


Και τώρα στην ιστορία του δικού μου rugelach:
(γιατί του κανονικού είναι άλλη ιστορία)
Ανοίγω το computer στη συνταγή, κι έτσι κοιτώντας κάπως σε απόσταση με το μάτι που βλέπει μακριά (αυτό είναι το καλό), γράφω τα υλικά και προχωρώ με το μπλοκάκι προς τον πάγκο για την εκτέλεση.
Τριαλαριλαρό, ρίχνω τo cream cheese , συνεχίζω με τα βούτυρα, τα αλεύρια, όλα μια χαρά, κάνω και 1,5 δόση για να'μαι σίγουρη πως θα'χω ζύμη για όλα τα γεμίσματα, τέσσερα στον αριθμό.
Ζυμώνω με το δοσμένο αλεύρι της συνταγής, η ζύμη κολλάει.
"Ας ρίξω λίγο αλευράκι ακόμη", λέω.
Το ρίχνω και η ζύμη κολλάει.
Μπόλικες χουφτιές αλευράκι έριξα μέχρι η ζύμη να μην κολλάει, κι όπως την άνοιγα στον πάγκο και τράβαγα και καμιά φωτογραφία για τα records, έλεγα μέσα μου:
"Να θυμηθώ να πω στο blog να διπλασιάσουν την ποσότητα του αλευριού. 
Δεν είναι να εμπιστεύεσαι τις συνταγές , παιδάκι μου. Ό,τι θέλουν γράφουνε".
Έφτιαξα τα ζυμαράκια μου  όπως έλεγε η συνταγή,
με το σύνδρομο της καλής μαθήτριας που ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του δασκάλου,
(κι ας λέει αυτός ό,τι θέλει),
τα έβαλα στο ψυγείο να δροσιστούν δυο ωρίτσες,
και ξανάκατσα να συνεχίσω το διάβασμα της συνταγής για τα υπεδέλοιπα.


Υλικά:
"1/2 φλυτζάνι βούτυρο..."
Stop!
Πόσο;
Εγώ δεν έγραψα 1/2 φλυτζάνι βούτυρο, 
δεν έβαλα 1/2 φλυτζάνι βούτυρο, 
ούτε και 3/4 φλυτζάνι βούτυρο που είναι 1,5 δόση.
Εγώ έβαλα ΠΟΛΥ βούτυρο, πάνω από 300 γραμμάρια.
Ξανακοιτάζω τη συνταγή "μωρέ μήπως κοιτάζω άλλη συνταγή;"


"Rugelach"
Καλά πώς; Τι έγινε;
Η τύχη μου η στραβή, δηλαδή το μάτι μου που δεν φορούσε γυαλιά (γιατί στραβό δεν είναι) είδε 
"1 φλυτζάνι βούτυρο", όχι "1/2 φλυτζάνι βούτυρο" .
Και έκανα η δικιά σου τη ζύμη να κολυμπάει στο βούτυρο και να το αλεύρι, δώς του αλεύρι. Τώρα;
Τώρα θα γίνει του rugelach έτσι και βγούν αυτά από το φούρνο.
*Φωτο από το userealbutter.com


Rugelach 


Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ
από το βιβλίο From Field Guide to Cookies by Anita Chu


Rugelach θα πει : Bασιλικά.
Είναι  διάσημα Εβραϊκά βουτήματα που όμως εξαπλώθηκαν πάρα πολύ στην αμερικανική αγορά.
Ρολλάρουμε τη ζύμη με τη γέμιση είτε σε μπαστούνι και κόβουμε φετάκια,
είτε ανοίγουμε στρογγυλό φύλλο, απλώνουμε τη γέμιση και κόβουμε τριγωνάκια που τα τυλίγουμε μετά ως κρουασάν, από την περιφέρεια προς το κέντρο του κύκλου.


Αν θέλετε να δοκιμάσετε τα τέσσερα διαφορετικά είδη γέμισης, κάντε διπλή ζύμη και βάλτε διπλή γέμιση


Γέμιση με πεκάν
1/2 φλυτζάνι χοντροκομμένα πεκάν
1/4 φλυτζάνι σταφίδες μαύρες ή ξανθές (τις παρέλειψα, ωστόσο κρατούν το μείγμα ενωμένο)
1/2 κουταλάκι κανέλα
1/4 φλυτζάνι ζάχαρη


Γέμιση με σοκολάτα
113 γραμμάρια κουβερτούρα αλεσμένη και 4 κουταλιές της σούπας ζάχαρη


Γέμιση με μαρμελάδα βερύκοκο


Γέμιση με μαρμελάδα βατόμουρο


Για τη ζύμη
1/2 φλυτζάνι βούτυρο ανάλατο, μαλακωμένο
113 γραμ. cream cheese σε θερμοκρασία δωματίου
1 φλυτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 1/2 κουταλάκι ζάχαρη
1/8 κουταλάκι αλεύρι


1 αυγό για το άλειμμα αραιωμένο με 1 κουταλάκι νερό
Ζάχαρη για πασπάλισμα


Ε(χ)τέλεση
Χτυπείστε το βούτυρο με το cream cheese μέχρι να γίνει ένα μείγμα αφράτο.
Προσθέστε το αλεύρι, το αλάτι και τη ζάχαρη και ενώστε να γίνει ένα μείγμα ομοιογενές.
Χωρίστε το σε δύο κομμάτια.
Πλατύνετέ τα λίγο, τυλίξτε τα με πλαστική μεμβράνη και βάλτε τα στο ψυγείο για 2 ωρίτσες.
Μετά τις δύο ώρες ανοίξτε τη ζύμη είτε σε ορθογωνιο είτε σε κύκλο.
Για το ορθογώνιο, απλώστε τη γέμιση που θέλετε, αφήνοντας λίγο περιθώριο στην άκρη της ζύμης, ρολλάρετε σε μπαστούνι, τυλίξτε με μεμβράνη και ξαναβάλτε στο ψυγείο για 15 λεπτά περίπου.
Προθερμάνετε το φούρνο στους 180C/350F.
Βγάλτε το μπαστούνι απ' το ψυγείο, αλείψτε το ελαφρά με το αυγό χτυπημένο με το κουταλάκι το νερό και πασπαλίστε με ζάχαρη.
Κόψτε το μπαστούνι σε φέτες πάχους περίπου 2,5 εκατοστών περίπου και απλώστε  στα ταψιά που έχετε στρώσει με αντικολλητικό χαρτί με την κομμένη πλευρά προς τα πάνω. Αφείστε ανάμεσά τους απόσταση περίπου 2 εκατοστών.


Αν ανοίξετε κύκλο,απλώστε πάλι τη γέμιση που θέλετε, κόψτε τον με έναν κοφτερό μαχαιράκι στα οχτώ, σαν pizza, και ρολλάρετε κάθε κομμάτι απ' την περιφέρεια προς προς το κέντρο σαν κρουασάν.
Αλείψτε πάλι ελαφρά με το αυγό και πασπαλίστε με ζάχαρη.
Ψήστε για 16-18 λεπτά, γυρίζοντάς τα το πάνω κάτω στη μέση του ψησίματος.
Βγαλτε τα και αφείστε τα να κρυώσουν σε σε μεταλλικές σχάρες.
* Φωτό από το userealbutter.com


** Προσοχή προσοχή.
Η γέμιση απλώνει και σκορπίζει και κινδυνεύετε να βγάλετε αντί τυλιχταράκια,
κάτι χταποδάκια με απλωτά ποδάρια, όπως καλή ώρα εγώ.
Ιδού!





Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Πέντε καλοκαίρια που θυμάμαι και γλυκό με κέηκ λεμονιού, κρέμα mascarpone και σάλτσα από μύρτιλα

Ξέρω πως το παιχνίδι που με κάλεσαν να παίξω η Τζένη και η Βαγγελιώ έχει τίτλο "Πέντε πράγματα που μ' αρέσουν το καλοκαίρι" αλλά εγώ λέω να το τροποποιήσω κομματάκι και να μιλήσω για 
"Πέντε καλοκαίρια που θυμάμαι"


                                                          Οικογενειακές διακοπές, στον Άη Στράτη, ετών έξι ή εφτά
Δεν ξέρω γιατί, αλλά φορτώνουμε στο καράβι κασόνια με φαγητά . Θυμάμαι μόνο τα ατομικά  Νουνού ζαχαρούχα, για τα οποία τρελλαίνομαι. Καταλαβαίνω το λόγο όταν κατεβαίνουμε στον Αγιοστράτη (όπως τον λέμε εμείς) και δε βρίσκω ΕΒΓΑ ν' αγοράσω παγωτό, ούτε Μίκυ Μάους. Παγωτό μάς κάνει η θεία Βαγγελία (έτσι λέμε μια παιδική φίλη της μαμάς) και τα περιοδικά τα κάνουμε παραγγελία με το καράβι απ' τη Λήμνο. 
Στον Αγιοστράτη όμως έπιανα ψάρια με τρομακτική ευκολία. 
Μάς πήγαινε ο θείος Κώστας με την αδερφή μου σε κάτι βράχια, μάς έδινε από ένα καλάμι,κι ώσπου να πεις κίμινο μου'ρχόσαντε τα ψάρια στο πρόσωπο. Τα πηγαίναμε καλαθιές στο σπίτι να τα τηγανίσουν οι γυναίκες κι εγώ ζήταγα πάντα και πατάτες τηγανιτές. 
Κάθε πρωί με στέλνανε στην παραλία να μαζέψω πεταλίδες .
Εκεί, μαζί με τις πεταλίδeς, έμαθα να βγάζω αχινούς και να τους ρουφάω . 
Ρουφώντας αχινούς, μάθαινα γαλλικά τραγουδάκια απ' το κοριτσάκι που έμενε στο απέναντι σπίτι, και πιάνο με τα δάχτυλα στον αέρα, στο ρυθμό του "κάτω στο γιαλό,κάτω στο περιγιάλι
ως "ντο ρε μι φα μι, ντο φα μι ρε ντο μι ντο"
Τα μεσημέρια που οι άλλοι κοιμόντουσαν, έκανα εξάσκηση σε γαλλικά και πιάνο, ρουφώντας καβουροπόδαρα στην αυλή.
Στον Αγιοστράτη ανέβηκα πρώτη φορά σε γαϊδούρι στ΄αλωνάκι, αλλά ήταν ξεσέλωτο και το θυμαμαι ακόμη.
Στον Αγιοστράτη είδα να γδέρνουν πρόβατο κρεμασμένο απ' το δέντρο και τρέχω ακόμη.
Στον Αγιοστράτη έφαγα άπειρα μυδοπίλαφα απ' τα μύδια που μάζευε ο μπαμπάς.
Στον Αγιοστράτη μού' πε ένας πιτσιρίκος στην παραλία "αγοράκι, παραβγαίνουμε στο τρέξιμο", κι από τότε φοράω και τα δυο κομμάτια του μαγιό μου και δεν κρύβω τα μαλλιά μου σε λαστιχένια σκουφιά με λουλουδάκια.


                                                                              Παρείστικες διακοπές στη Ζάκυνθο
 Φοιτήτρια φιλολογίας, ετών είκοσι, τρία ζευγαράκια σχεδιάζουμε διακοπές ρουφώντας φραπέ στην πλατεία της Χαριλάου στη Σαλονίκη. Εγώ τότε τα είχα με το Ντίνο, υπόδειγμα καλού παιδιού   με μπαμπά παπά.  Πάω σπίτι κι ανακοινώνω στη μαμά πως θα πάμε στη Ζάκυνθο. 
"Είσαι λογοδοσμένη; Είσαι αρραβωνιασμένη; Πώς θα πάς διακοπές με το Ντίνο;"
Πάω στο Ντίνο :"Ντίνο, μπορείς να'ρθείς το Σάββατο να με ζητήσεις γιατί οι δικοί μου δε μ' αφήνουνε να πάμε στη Ζάκυνθο;"
Καμιά αντίρρηση ο Ντίνος.
Το Σάββατο αρραβωνιάστηκα με παπά στο σπίτι, και λίγες μέρες μετά έφτανα στη Ζάκυνθο.
Και το μόνο που θυμάμαι, είναι ένα πολύ προχωρημένο βράδυ να'μαστε η παρέα στην πλατεία του Σολωμού (ήταν το άγαλμά του εκεί ) και να κάνουνε βόλτες, και τα κορίτσια και τ' αγόρια , γύρω γύρω στην πλατεία με τα νοικιασμένα παπάκια .
Ζήλεψα. Όλοι να ξέρουν κι εγώ να μην μπορώ; Ρωτάω, μού λένε,"αυτό είναι το γκάζι, αυτό είναι το φρένο". Πανεύκολο. Καβαλάω το παπί και τα πατάω και τα δυο μαζί  "και το φρένο και το γκάζι". Μαρσάρει το παπάκι κι εγώ κατευθύνομαι ντουγρού στα παγκάκια απέναντι. Ούτε να στρίψω μπορώ, έχω παγώσει. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου σκέφτομαι :"Τι θα πούνε στη μαμά;" κι αρχίζω να βλέπω τη ζωή μου σε ταινιάκι. Αμέσως μετά ακούω μέσα μου "πήδα" και την ώρα που το μηχανάκι κάνει "γκουπ" στο παγκάκι και πέφτει δεξιά, εγώ πηδάω  στ' αριστερά και προσγειώνομαι μαλακά σε κάτι παρτέρια.
Δεν ξαναπήγα στη Ζάκυνθο, δεν ξανακαβάλλησα παπάκι ούτε το Ντίνο τον παντρεύτηκα ποτέ.


                                              Το πρώτο μου καλοκαίρι ως εργαζόμενη ηθοποιός στην Επίδαυρο
Είναι η πρώτη μου συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο .
"Μήδεια" του Ευριπίδη με την Αντιγόνη Βαλάκου και τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο. 
Πρεμιέρα στην Επίδαυρο. Κατεβαίνουμε στο χώρο μια βδομάδα πριν για γενικές δοκιμές. 
Οποία χαρά, οποία ευτυχία! Παίρνουμε μισθό, παίρνουμε κι εκτός έδρας. 
Κλείνουμε δωμάτια στο Λυγουριό και κάθε απόγευμα πάμε για πρόβα στο θέατρο. 
Σ' αυτόν τον ιερό χώρο της πέτρας που ακούς τα τζιτζίκια να σε συνοδεύουν ακόμα και την ώρα που εσύ άδεις τα χορικά . Που ψιθυρίζεις μια λέξη απ' την ορχήστρα και ακούγεσαι στο πάνω διάζωμα. Που φοράς το κοστούμι που σχεδίασε ο Μετζικώφ , πας βήμα βήμα τη χορογραφία που σε δίδαξε η Μαρία Χορς κι ύστερα περιμένεις να πεις μια φράση μόνο: "Όμως εγώ θα πω" και νιώθεις πλήρης.
Και ξυπνάς κάθε πρωί και παίρνεις πρωϊνό στου "Λεωνίδα", φέτες με βούτυρο και μέλι , το βράδυ σπιτικό φαί απ' τις κατσαρόλες της κυρίας Κάτιας, της γυναίκας τού Λεωνίδα που λένε πως τη δίδαξε η ίδια η Παξινού, κι ύστερα  ζεστό χαμομήλι με μέλι στην "παραλία", κοινώς στο μπροστινό πεζοδρόμιο. Μετά την παράσταση, έχεις ήδη κλεισμένο τραπέζι στου "Λεωνίδα" γιατί αλλιώς, αποκλείεται να βρεις, και ύστερα κλασσικά για χορό στη ντίσκο "Καπάκι".
Ακολούθησαν πολλά τέτοια καλοκαίρια με περιοδείες στην Ελλάδα , ύστερα στον κόσμο, αλλά το καλοκαίρι στην Επίδαυρο έχει πάντα ήχο από τζιτζίκι και μυρωδιά απ' τις κατσαρόλες της κας Κάτιας.


                                                                        Ιεράπετρα, ακολουθώντας το δάχτυλο στο χάρτη
 Το καλοκαίρι πριν φύγω για Αμερική, έντεκα χρόνια πίσω. 
Περιμένω τ' αποτελέσματα για την υποτροφία Fulbright , κι επειδή δεν αντέχω την αγωνία, λέω να φύγω. Έχω 50.000 δραχμές κι ένα σακίδιο στην πλάτη. Βάζω το χέρι στο χάρτη και δείχνει  Ιεράπετρα. Παίρνω καμπίνα με το βραδινό πλοίο της γραμμής και φτάνω έξι το πρωί στην Ιεράπετρα.Τα καφέ δεν έχουν ανοίξει ακόμη στην παραλία. Κάθομαι σ' ένα απ' αυτά και περιμένω. Στις οχτώ πίνω έναν διπλό ελληνικό και μαθαίνω απ'  το σερβιτόρο κατά πού πέφτουν τα ξενοδοχεία. Παρκάρω  τα πράγματά μου σ' ένα δωμάτιο και το κλείνω για μια βδομάδα . Κάθε πρωί κατεβαίνω στην παραλία έχοντας παραμάσχαλα το βιβλίο "Θεραπεύοντας την Άλισον Γκρέυ" της Σαββίνας Γιαννάτου (Ακόμα βρίσκω άμμο στις σελίδες του) Περνούν τρεις μέρες ανάμεσα στην παραλία και στο ξενοδοχείο χωρίς να γίνεται τίποτε το συγκλονιστικό. Αρχίζώ ν' αμφισβητώ το δάχτυλο που έδειξε Ιεράπετρα. 
Ένα πρωί στην παραλία πιάνουμε κουβέντα με ένα χορευτή της ομάδας Εδάφους.
 "Καλά τι κάνεις στην Ιεράπετρα;" με ρωτάει. "Είπα να δοκιμάσω", του λέω. "Καλά έκανες," μού λέει, "αλλά δεν έχει τίποτε εδώ. Απέναντι πρέπει να πας. Στη Χρυσή. Το λένε και Γαϊδουρονήσι. Κάθε πρωί έχει βάρκα που παίρνει τους τουρίστες , τους αφήνει για μπάνιο και τούς φέρνει πίσω το απόγευμα. Εσύ μη γυρίσεις. Πάνε να βρεις τους φίλους μου που μένουν εκεί, είναι ντόπιοι,και πες τους να σού δείξουν τη σκηνή μου.Εγώ δε θα ξαναπάω."
Άφησα τα πράγματά μου στο ξενοδοχείο, τύλιξα ένα παρεό γύρω μου, έκανα κοτσίδες τα μαλιά μου, έβαλα στη σάκα ένα γκαζάκι , ένα πακέτο καφέ και σταρένια παξιμάδια και μπήκα στη βάρκα.
Ο φίλος της παραλίας μου' πε πως θα συναντήσω στην παραλία έναν καφενέ(όντως) κι εκεί να ρωτήσω πώς θα προχωρήσω. Προχώρησα σε μια ονειρεμένα ψιλή άμμο, μπήκα μέσα στους κέδρους και χωρίς να ρωτήσω. όταν άκουσα κρητικές ομιλίες, σταμάτησα.Είπα την ιστορία μου και βρέθηκα μέσα σε αιώρες, σε απίστευτο φαγητό και σε βαρέλια με ρακή.
Λες και με περίμεναν χρόνια. Άφησα το μικρό μου σάκο στη στημένη σκηνή του φίλου της παραλίας, βγήκα στην παρέα και δεν ξεμύτισα από κει τις επόμενες τέσσερις μέρες. Χωρίς νερό, χωρίς φως, ψαρεύοντας με τις βάρκες οι άντρες, ψήνοντας οι γυναίκες, με ξενύχτια παίζοντας μπουζούκια, τραγουδώντας και αδειάζοντας ρακή.
Έστειλα ένα μήνυμα στο κινητό σους φίλους μου :"Βρίσκομαι στον παράδεισο. Είναι καλό ν'ακολουθείς την καρδιά σου" κι έκλεισα το τηλέφωνο.


                                                                                                 Τουρίστας στην Αριζόνα
Είχα μάθει πια να βάζω το δάχτυλο στο χάρτη και να το ακολουθώ. Έτσι, κανά χρόνο αφού ήρθα στη ΝΥ, είμαι ακόμη στη σχολή , στο HB studio και παίρνω μαθήματα, όταν μούρχεται να πάω μια βόλτα στην Αριζόνα.
"Ξέρω κανέναν στην Αριζόνα;" σκέφτομαι και θυμάμαι πως κάποιο άλλο καλοκαίρι γνώρισα τη φίλη μιας φίλης μου, που μένει εκεί. Τη Ζέφη τη θεραπεύτρια. Βρήκα το email της, τής έγραψα πως θέλω να πάω στην Tuscon κι αν ξέρει να μου πει πέντε πράγματα "Καλά, έλα από δω στη Σεντόνα να σε φιλοξενήσω, κι άμα θέλεις μετά πας και στην Tuscon".
"Ξέρεις να οδηγείς;" με ρώτησε o Mathew, ένας Καναδός συμμαθητής μου απ'τη σχολή "Όχι", του λέω "Μάρθα είσαι τρελλή; Πώς πας στην Αριζόνα χωρίς να οδηγείς;
Χαμογέλασα και μπήκα στο αεροπλάνο με ανταπόκριση στο Phoenix και ύστερα πουλμανάκι για τη Σεντόνα.
Έφτασα περασμένα μεσάνυχτα κι ήμουν ξελιγωμένη στην πείνα. Στο σπίτι είχαν πάρτυ που μόλις είχε τελειώσει αλλά είχε άπλετο φαγητό και σαμπάνιες. "Πάλι με περιμένανε" σκέφτηκα, και μετά το λουκούλειο δείπνο έπεσα ξερή. Το πρωί, έτρεξα στο μεγάλο καθιστικό και έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Γύρω γύρω είχε τζαμαρίες και απέξω ήταν τα κόκκινα βουνά. Ήμουνα περικυκλωμένη από  κόκκινα βουνά.Τα περπάτησα με τη Ζέφη, ξαπλωσα πάνω τους κι έκανα χαλάρωση, έφαγα σε πολλά barbecues, ήπια Μαργαρίτες με ζάχαρη κι όχι με αλάτι, πήγα σε ινδιάνικους καταυλισμούς, γνώρισα υπέροχους ανθρώπους.
Δεν πήγα ποτέ στην Tuscon, επέστρεψα πανευτυχής κι ακόμα δεν έχω βγάλει δίπλωμα οδήγησης. 


                    Γλυκό με κέηκ λεμονιού, κρέμα mascarpone και σάλτσα από μύρτιλα
Το παρακάτω γλυκάκι που θα συνοδέψει την αφήγηση,καθώς και τη γιορτή της 4ης Ιουλίου που ξημερώνει, θα το πάω στο αυριανό barbecue στο Norwalk, Connecticut, όπου θα'ναι μαζεμένοι ίσαμε 150 άνθρωποι. Θα φάμε, θα πιούμε, θα πλατσουρίσουμε στην πισίνα και το βράδυ θα ρίξουμε πολλά βεγγαλικά.
Η αρχική ιδέα ήταν για trifles με pound cake , κρέμα mascarpone και σάλτσα από μύρτιλα σε στρώσεις μέσα σε ατομικά μπωλ .
Σκέφτηκα να το αλλάξω και instead να φτιάξω ένα ωραιότατο κέηκ λεμονιού με τα χεράκια μου , πολύ αγαπημένο, να το κόψω στη μέση, να το γεμίσω με την κρέμα mascarpone, να το σκεπάσω με τη δεύτερη φέτα κέηκ, να το καλύψω με την υπόλοιπη κρέμα mascarpone και να ρίξω από πάνω τη σάλτσα από μύρτιλα. Για να το κάνω πιο εντυπωσιακό.Θα δω αύριο που θα το προσφέρω "τι απίδια πιάνει ο σάκκος"..


Κέηκ λεμόνι

3 φλυτζάνια αλεύρι
Λίγο αλάτι
½ κουταλάκια μπέκιν πάουντερ
½ μπέκιν σόδα
1 φλυτζάνι βούτυρο
2 ¼ φλυτζάνια ζάχαρη
4 αυγά
1/3 φλυτζανιού χυμό πορτοκάλι
Ξύσμα από ένα πορτοκάλι
Ξύσμα από ένα λεμόνι
¾ του φλυτζανιού άπαχο γιαούρτι

Ε(χ)τέλεση
Ζεσταίνουμε το φούρνο στους 180C /350F
Ανακατεύουμε σε ένα μπωλ το αλεύρι με το αλάτι, τη σόδα και το μπέκιν πάουντερ.
Χτυπάμε σε άλλο μπωλ το βούτυρο με τη ζάχαρη. Όταν αφρατέψει, ρίχνουμε ένα ένα τα αυγά. Μετά προσθέτουμε τα ξύσματα και τελευταία ρίχνουμε το μείγμα του αλευριού εναλλασόμενα με το χυμό πορτοκάλι και το γιαούρτι, τελειώνοντας με το αλεύρι
Βουτυρώνουμε  και αλευρώνουμε ένα ταψάκι.
Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο για καμιά ώρα περίπου.

Κρέμα mascarpone
Για περίπου 4 trifles (εγώ διπλασίασα τη δόση για το κέηκ, αλλά μάλλον ήταν πολύ)

1/4 φλυτζάνι ζάχαρη
Ξύσμα από ένα μέτριο λεμόνι
227 γρ.τυρί  mascarpone
3/4 φλυτζάνι κρέμα γάλακτος
1 κουταλάκι εκχύλισμα βανίλιας
4 φέτες ενός απλού κέηκ κομμένες σε κύβους (εγώ όπως είπα έβαλα όλο το κέηκ)

Ε(χ)τέλεση

Σε ένα μικρό μπωλ, ανακατεύουμε με τα δάχτυλα τη ζάχαρη με το ξύσμα λεμονιού, μέχρι να γίνει η ζάχαρη νωπή.

Σε ένα άλλο μπωλ, ανακατεύουμε το mascarpone, την κρέμα γάλακτος, τη βανίλια, και το μείγμα της ζάχαρης με το ξύσμα. Τα χτυπάμε καλά στο χέρι ή με ένα ηλεκτρικό μίξερ.
Αν κάνουμε τα trifles: Βάζουμε μια στρώση κρέμας σε γυάλα, μετά προσθέτουμε τέσσερις κύβους κέηκ, από πάνω σάλτσα από μύρτιλα και συνεχίζουμε με άλλη μία στρώση κρέμα, κέηκ,σάλτσα από μύρτιλα.
(H παραπάνω φωτογραφία από το mybakingaddiction.com)

Αν κάνουμε το κέηκ: Το κόβουμε στη μέση και ρίχνουμε κρέμα mascarpone μέσα και έξω, κι από πάνω σάλτσα από μύρτιλα.
Σάλτσα από μύρτιλα
Για 8 μερίδες (τόση δόση έκανα)

2 φλυτζάνια φρέσκα ή κατεψυγμένα μύρτιλα
1/2 φλυτζάνι νερό
1/2 φλυτζάνι ζάχαρη

2 κουταλιές της σούπας κόρν φλάουρ ανακατεμένο με 2 κουταλιές της σούπας νερό

2 κουταλιές της σούπας χυμό λεμονιού

1/2 κουταλάκι του γλυκού εκχύλισμα βανίλιας

Ξύσμα ενός λεμονιού

Ε(χ)τέλεση
Σ' ένα κατσαρολάκι πάνω από μέτρια φωτιά, ενώνουμε τα μύρτιλα με το νερό, τη ζάχαρη και το χυμό λεμονιού. Ανακατεύουμε συνέχεια και κατεβάζουμε στη χαμηλή βαθμίδα τη φωτιά.
Σ' ένα άλλο μπωλ, διαλύουμε το κορν φλάουρ με το νερό.
Αργά ρίχνουμε το κορν φλάουρ στο μείγμα της σάλτσας προσέχοντας να μη διαλύσουμε τα μύρτιλα.Ανακατεύουμε μέχρι να πήξει η σάλτσα,περίπου πέντε λεπτά.
Κατεβάζουμε απ' τη φωτιά και ρίχνουμε τη βανίλια και το ξύσμα λεμονιού.
"Να μάς έχει ο Θεός γερούς,
πάντα ν' ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε, βρε
με χορούς κυκλωτικούς,
κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς"
Υ.Γ: Βαγγελιώ, ευχαριστώ πολύ γι' αυτό το ωραίο γαλανό βραβειάκι. 
Είναι το πρώτο μου και θα το μοστράρω φάτσα κάρτα εδώ. 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...