Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

"Ό,τι κι ό,τι" με ζύμη μουστοκούλουρου και μαρμελάδα

Όταν βιάζεσαι μπορεί και να μη σκοντάφτεις σε κοτρόνες, αλλά στα υπόλοιπα του ψυγείου σου και να αυτοσχεδιάζεις μ' αυτά.
Και κάνεις ό,τι βάζει ο νους σου, ό,τι κατεβάζει η κούτρα σου, ό,τι προστάζει η στιγμή σου, κι ύστερα βάζεις ό,τι βρεις μπροστά σου.

Ένα τέτοιο "ό,τι κι ό,τι" έπαιξα κι έπραξα χτες, που θα μπορούσε να τελειοποιηθεί δια της προνοητικότητας στο μέλλον. (Αν και το ζώδιό μου δεν διακρίνεται για προνοητικότητα αλλά για αυθορμητισμό. Κοινώς "ό,τι κι ό,τι".)
Είχα λοιπόν τυλιγμένη-φυλαγμένη-ξεχασμένη στο ψυγείο μια δόση ζύμη για μουστοκούλουρα , την πήρε το μάτι μου, την πήρε το χέρι μου, την άπλωσε σε ένα ταψί κι από πάνω έριξε μαρμελάδα σε στυλ "πάστα φλώρα".
"Δε ρίχνω και λίγο καβουρδισμένο αμυγδαλάκι;" είπε ο νους μου και έριξε το χέρι μου.
"Δεν το βάζω στο φούρνο να το ψήσω και ένα μισαωράκι στους 180C;" ξαναείπε ο νους μου , έβαλε το χέρι μου και έψησε ο φούρνος μου.
Κι ύστερα πήραν τα χέρια μου το γλυκό το πήγανε πεσκέσι και το καλοφάγαμε.
Αν θα το ξανάκανα επί τούτου, θα έβαζα αφενός λιγότερη μαρμελάδα, "τόσο όσο" που λένε, ή μια μαρμελάδα να μη γλυκίζει πολύ, πορτοκάλι ή λεμόνι ας πούμε ή ό,τι άλλο.
Τελικά "ό,τι κι ό,τι"  ή "ό,τι πρέπει" ;
                                    

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Το dip της Έρης κι ένα παιχνίδισμα παραμυθιού

Αυτό το dip της Έρης, με cream cheese, cheddar cheese, μαγιονέζα, καπνιστό ζαμπόν, κρεμμυδάκι και αγκιναράκια, το μπάνισα και είπα "θα το κάνω".
Μετά δεν πρόλαβα και το άφησα.
Μετά ξαναθυμήθηκα το μπανισμένο, το πρόλαβα για ένα τραπέζι, το πήγα  και "πάθανε".
Τόσο πολύ "πάθανε", που κάποιοι το ζήτησαν για ένα επόμενο καθορισμένο τραπέζωμα, άλλοι ζητήσανε τη συνταγή για ενδεχόμενα μελλοντικά τραπεζώματα και σήμερα το ξανάκανα για ένα casual τραπέζωμα φίλης που γενεθλιαζότανε. Το δοκίμασε η παρέα και άκουσα:
"Oh my God, what is this?",
"πάω για τσιγάρο, μη το φάτε όλο",
"καλύτερα να το πάρετε από μπροστά μου πριν το φάω όλο".
Τι άλλο να πω; Σ' αυτό το dip δεν υπάρχει περίπτωση αποτυχίας.
Η μοναδική αποτυχία είναι να τουρλουμπουκιάσεις στο φαί και να σκάσεις.
Thank you Έρη.
http://eri-captaincook.blogspot.com/2012/12/dip-giveaway.html
Εγώ πάλι, αφού πήρα τη συνταγή αλλουνού, έγραψα ένα δικό μου "παιχνίδισμα παραμυθιού" για τα γενέθλια της φίλης  που θα μπορούσε να λέγεται "Το παραμύθι του ονείρου". Διαβάζεται με διάθεση μυθική και παραμυθική.

"Το παραμύθι του ονείρου"
Μ' ένα παιχνίδισμα παραμυθιού

Μια φορά κι έναν καιρό,
σ’ ένα νησί μικρό,
στης θάλασσας τα βάθη,
έσκασε μύτη ένα μωρό,
μικρό και φασκιωμένο , σε καλάθι.

Ήτανε ένα γελαστό μωρό,
που λικνιζότανε,
κι ονειρευότανε.
Κάτω απ’ το βλέφαρό του το κλειστό,
ονειρευότανε μια πόλη σαν πηλό,
που με χτυπήματα,
άλλαζε σχήματα.

Και το μωρό με γελάκια,
χτυπούσε τα χεράκια,
κι έφτιαχνε ή τριγωνικά γυαλιά,
ή χωνάκια κωνικά σε παγωτά,
ή κροκάδια κυκλικά σε αυγά.

Ιδέα δεν είχε το μωρό από γυαλιά, αυγά και παγωτά.
Τού αρέσαν μόνο τα χτυπήματα,
κι έτσι συνέχεια άλλαζε σχήματα.

Λικνιζότανε
κι ονειρευότανε
όλο χτυπούσε,
κι όλο γελούσε.
Κουνιόταν το μωράκι 
μες στη βάρκα- καλαθάκι,  
«χτύπαγε»
κι από σπίτια «έφτιαχνε» σπουργίτια,  
«χτύπαγε»
κι από αετούς έφτιαχνε χαρταετούς.
 
Κι όπως γελούσε στον ύπνο το βαθύ,
γίνονταν κι εκείνο λίγο πιο μακρύ.
Μάκραιναν χέρια, πόδια,
νύχια και μαλλιά,
ώσπου βγήκε μία κοπελλιά,
«χραπ» έσκασε η φασκιά,
γίνηκε πανί λευκό
«έσκασε» και το καλάθι,
γίνηκε σκαρί  γερό,
«χοπ» επήδηξε κι η κόρη μέσα στο νερό.
 
   Γελούσε το κορίτσι γιατί σκέφτονταν πως ξύπνησε στην πολιτεία του ονείρου . Τσίμπησε το σώμα της να πιάσει τον πηλό και το πόνεσε, κούνησε το νερό και το άφρισε, τράβηξε το σκαρί , φόρεσε το πανί, ένα μόνο κομμάτι το’σκισε , το άφησε στη βάρκα, είπε «χοπ χοπ», δηλαδή «πάω βόλτα» κι έφυγε.
  Γύρισε να’ βρει κτίρια κι ανθρώπους να τους φτιάξει με τα χτυπήματά της  βώλους, δώρα- πακέτα, αερόστατα ή στρογγυλά γλυκά . Στην τελευταία σκέψη, μια στρογγυλή τρύπα άνοιξε στο στομάχι της που για να κλείσει χρειαζότανε ένα μεγάλο στρογγυλό γλυκό.
Περπατούσε κι έλεγε :
«Χοπ»
(περπατάω ),
«χοπ χοπ»
(βόλτα πάω),
 «χοπ χοπ χοπ»
(μου φαίνεται πεινάω)
 «χοπ χοπ- χοπ χοπ»
(στρογγυλό γλυκό- θα φάω)
Με τα «χοπ» την ακολούθαγε κι ο ήλιος.
Στο ένα «χοπ» ο ήλιος έκοψε δεξιά,
στα δύο έστριψε αριστερά,
στα τρία πήγε ευθεία,
και στα τέσσερα, ήλιος και  κορίτσι βγήκαν μαζί σ’ ένα μεγάλο ξέφωτο με δέκα μικρούς κύκλους στη σειρά, όσα τα «χοπ».
Το κορίτσι με με τα μακριά μαύρα μαλλιά και το μακρύ άσπρο ρούχο πέρασε τους κύκλους πηδώντας δέκα φορές στο ένα πόδι και στάθηκε μπροστά σ’ ένα σπιτάκι στρογγυλό, κιτρινωπό σε σχήμα αυγό, με μια κωνική πορτούλα σα χωνάκι παγωτό και δυο τριγωνικά  παραθυράκια σα γυαλάκια στο πλάι.
   Η κόρη χτύπησε τα χέρια δυο φορές και το μπροστινό τοιχάκι τού αυγόσπιτου φούσκωσε δις, ξεφούσκωσε τρις, άπλωσε σα ζύμη σε χαλί, άφησε το κορίτσι να μπει και ξανάκλεισε σαν αυγό πίσω του. Μέσα στο αυγόσπιτο βρήκε δύο οβάλ κρεββατάκια, δύο κυβοειδή τραπεζάκια, δυο τετράγωνα καρεκλάκια  και διάσπαρτες πετρούλες, κρυσταλλάκια και σπιρτόκουτα, καθρέφτες, κουβαδάκια και φτυαράκια. Πάνω σε ένα κύβο είχε ένα μπωλ βαθύ ημικύκλιο γεμάτο στρογγυλά γλυκά  που το κορίτσι μπουκώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς πολλά «χοπ», και γέμισε την στρογγυλή την τρύπα στην κοιλιά του.
   Χτύπησε μετά τα χέρια μια φορά, είπε «χοπ» «ευχαριστώ», και τα κρεβάτια γίνανε πολύεδρα,  τα τραπεζάκια  ρόμβοι, οι καρεκλίτσες πήρανε σχήμα καρδιάς κι εξαφανίστηκε το ημικύκλιο το μπωλ .  Είπε «χοπ-χοπ» «μ’ αρέσει», και με δυο χτυπήματα το σπίτι - αυγό έγινε κήπος.
Πέσανε οι τοίχοι κι όλος ο κόσμος ντύθηκε πράσινος.
 
Είναι εκεί τώρα το κορίτσι. Στο όνειρο.
Χτυπάει τα χέρια της και φτιάχνει κλουβιά, φτιάχνει αεροπλάνα, πετάει...
  Τώρα είναι αργά και κοιμάται.
Ονειρεύεται τη θάλασσα που έχει αφήσει το σκαρί της.
Δίπλα στη βάρκα είναι ένα αγόρι, με μαύρα μακριά μαλλιά που κάνει «χοπ» και παίρνει το πανάκι της στα χέρια του. Βγαίνει στη στεριά,
κάνει ένα «χοπ» και στρίβει δεξιά,
«χοπ χοπ» αριστερά,
«χοπ χοπ χοπ» ευθεία...
Πριν πει τα τέσσερα "χοπ" που θα τον βγάλουνε στο ξέφωτο, λέει το κορίτσι ένα «χοπ», δηλαδή «έλα», χαμογελάει και περιμένει.
                                                                                                          

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Πάω επίσκεψη για να ξεθυμώσω

Αν υπήρχε ένα θυμωμένο γλυκό, αυτό θα' θελα να ποστάρω τώρα. Όχι γιατί είμαι αχάριστη, αγνώμων ή αρνητική, ούτε γιατί ξέχασα τις συμβουλές στο "Anger therapy", αλλά γιατί μου' χει ανέβει το στομάχι στο στόμα και δε λέει να κατέβει. Γιατί είναι μια μέρα σκατομέρα απ' το πρωί που ξημέρωσε σκοτεινή και μούρτζουφλη  με βροχο-χιονόνερο, γιατί απ' τις επτά χοροπηδούν "οι από πάνω" πάνω απ' το κεφάλι μου, γιατί χοροπηδάνε κατά καιρούς όλοι "οι από πάνω" πάνω απ' το κεφάλι μου, όσο εγώ είμαι "η από κάτω" τους,  γιατί προσπαθώ να συνηθίσω τους καινούριους ήχους μια που βρίσκομαι ανάμεσα σε πόρτα σκουπιδιών που ανοιγοκλείνει "σμπαμ" για να πεταχτούνε τα σκουπίδια  "φρρρ" μέσα απ' τον τοίχο, και σε μια πόρτα πίσω αυλής που κλείνει "γκντουπ"  ακόμα και στις έντεκα το βράδυ, γιατί από κάτω έχει τις σακκούλες της ανακύκλωσης κι όταν μαζεύονται ακούω τα γυαλάκια και τα μπουκαλάκια "τσίκιρι τσίκιρι", γιατί απέναντι είναι το σχολειό με τα μικρά που τρελλαίνονται στα διαλείμματα στα "γιούχουου", γιατί δίπλα είναι το γυμναστήριο που νοικιάζεται  για χορούς και μουσικά μαθήματα ταμπούρλου "ντούμπου ντούμπου-ζα", γιατί παραδίπλα είναι μια καθολική εκκλησία που' χει διάφορους μουζικάντηδες τις Κυριακές "πί-πι, πι-πι, πι-πι-λα" και γιορτάζουν. Εγώ όμως δε γιορτάζω όσο είμαι μέσα στα "σμπαμ" στα "φρρρ" στα "γκντουπ" στα "τσίκιρι τσίκιρι" στα "γιούχου", "ντούμπου ντούμπου" και στα "πί-πι, πί-πι-λα", οκ;;;

Λοιπόν πάω επίσκεψη για να ξεθυμάνω και να ξεθυμώσω.
Θα' χω γλυκό στα χέρια, αλλά συνταγή δεν έχω να σάς δώσω,
σε κουτί βρήκα τα σακκουλάκια, πρόσθεσα βούτυρο και νερό, το'φτιαξα στα γρήγορα κι άντε γεια.
Υ.Γ Δεν έχω πια θυμό. Μού πέρασε.
Κι αρχίζω πια να συνηθίζω τους γείτονες ήχους και ανθρώπους.
Υπόσχομαι την επόμενη φορά που θα φτιάξω γλυκό, να βγει απ' τα χεράκια μου και να σάς το μοιραστώ. Άντε (πάλι) γεια και να τα λέμε, εντάξει;

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Τα δήθεν "λάθος" κουλουράκια

Εδώ και χρόνια δε χρησιμοποιώ τη λέξη «λάθος», μαθαίνοντας πως δεν υπάρχει «σωστό» και «λάθος», αλλά «χρήσιμο», «αναγκαίο», «λειτουργικό», «ευεργετικό», «ωφέλιμο» απ’ τη  μια πλευρά, ή «δυσλειτουργικό», «ανατρεπτικό», «αποκρουστικό», «ενάντιο», «μη απαραραίτητο» από την άλλη.

Η εμπέδωση του μαθήματος δεν είναι εύκολη ούτε στιγμιαία, αναγνωρίζω όμως πως όλα είναι θέμα επιλογής (σε επίπεδο συνειδητό ή ασυνείδητο, επιλογή μυαλού, καρδιάς ή δόνησης), και ο χαρακτηρισμός «σωστού» και «λάθους» έχει ως αφετηρία να κρίνει με το «εξ’ ιδίων τα αλλότρια» και να κατακρίνει (αναλόγως τη στιγμή,τον άνθρωπο, τις μαζικές πεποιθήσεις, την κοινωνική - θρησκευτική ηθική ή τα πολιτικά- κοινωνικά συμφέροντα), συμπεριφορές και ανθρώπους.

 Για όλα τις χυδαία, απάνθρωπα και βίαια εγκλήματα  που αυτόματα η καρδιά και το στόμα μας χαρακτηρίζουν «λάθος» , εγώ με  σφιγμένο το στομάχι μου και την καρδιά, τα λέω (κλαίγοντας πολλές φορές) «χυδαία», «απάνθρωπα», «βίαια», και σκέφτομαι τι μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί για να τα εξαλείψουμε, και να προστατευτούμε ενάντια στο έγκλημα, κι ενάντια στο φόβο που γεννάει αυτό.
Ωστόσο, μισή ώρα πριν, κι ενώ ετοίμαζα τα χιλιοδοκιμασμένα μου κούκις σοκολάτας, έριξα με απόλυτη βεβαιότητα και σίγουρο χέρι, 600 γραμμάρια αλεύρι (θεωρώντας πως αυτή είναι η «ορθή» αναλογία), αντί για 500 γρ., κι όταν το κατάλαβα είπα: «ας βάλω λίγο βουτυράκι παραπάνω να το διορθώσω», μετά το βουτυράκι είπα :«ας βάλω κι ένα αυγουλάκι να το διορθώσω» και μετά το αυγουλάκι «λίγη βανίλια », «και λίγα κομματάκια ροζ σοκολάτας» (γιατί αυτήν πήρε το μάτι μου στο ψυγείο).
Και όπως έπλαθα  άσπρο-ροζ κουλουράκια και  τα έψηνα, το μυαλό μου έδινε ήδη τίτλο στην καινούρια μου ανάρτηση (αφού το αποφάσισα να εκτεθώ και να ξεμπροστιαστώ) «Τα λάθος κουλουράκια».

Τα ΛΑΘΟΣ κουλουράκια; Ορίστε; Τι έγινε τώρα δηλαδή; Τζάμπα η εκπαίδευση τόσων χρόνων πάνω στη μή χρήση "σωστού" και "λάθους"; Δηλαδή εγώ μαθαίνω στο μυαλό μου την κατανόηση του καινούριου και το στόμα μου λαλεί (εκ παραδρομής;) το συνηθισμένο, το παραδοσιακά αποδεκτό και το μεμαθημένο;

Ε, όχι λοιπόν! Πιστή στο καινούριο, θα βαφτίσω τα κουλούρια μου "Τα δήθεν «λάθος» κουλούρια" .
Με σάτιρα και γέλιο ξορκίζω το παλιό, τού βγάζω τη γλώσσα και μού κλείνω το μάτι!
 
Τα δήθεν "λάθος" κουλούρια
Για μπόλικα
 
600 γρ, αλεύρι
200γρ. ζάχαρη
200γρ. βούτυρο (και λίγο παραπάνω)
3 αυγά
1 κουταλάκι εκχύλισμα βανίλιας
1 κουταλάκι γλυκού μαγειρική σόδα
Κομματάκια ρόζ σοκολάτα (ή candy ή φουντούκια ή ό,τι πάρει το μάτι σας)
 
Ε(χ)τέλεση
Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 180C/350F.
Χτυπάμε το βούτυρο σε θερμοκρασία δωματίου με τη ζάχαρη κι όταν αφρατέψουν ρίχνουμε ένα ένα τ' αυγά και συνεχίζουμε το χτύπημα. Προσθέτουμε στο μείγμα τη βανίλια, και ύστερα το αλεύρι ανακατεμένο με τη σόδα. Στο τέλος προσθέτουμε τα κομματάκια ροζ σοκολάτας.
(ή ό,τι αποφασίσετε να βάλετε).
Πλάθουμε μπαλλίτσες και τις αραδιάζουμε στη λαμαρίνα, στρωμένη με αντικολλητικό χαρτί και ψήνουμε περίπου για 13-14 λεπτά (αν είναι μικρές οι μπαλλίτσες. Διαφορετικά προσθέστε κανά δυο λεπτά ψησίματος.
Καλή σας όρεξη στα αφράτα και νόστιμα , δήθεν "λάθος" κουλουράκια σας! 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...