Σκαλίζοντας χαρτιά, βρήκα ένα κείμενο που έγραψα για την εδώ εφημερίδα Greek News το 2004 και το φοράω σήμερα στη σελίδα μου να ευχηθώ τα πρώτα "Χρόνια πολλά" γιατί έχω σκοπό να ξαναευχηθώ, και να ματα-ξανα-ευχηθώ ίσαμε 2013 φορές άμα προλάβω!
"Μ’άρεσαν τα Χριστούγεννα από μικρή.
Έτσι όπως μπουσούλαγα και
τεντωνόμουν να στολίσω το δέντρο κι έσπαγα τις περισσότερες μπάλες, έτσι όπως
ξύπναγα με τη μυρωδιά των μελομακάρονων της μάνας μου στο φούρνο, και τά’τρωγα
αμέλωτα ακόμη, «περίμενε παιδάκι μου, δεν τέλειωσα ακόμη»!
Έτσι όπως χτύπαγαν τα κουδούνια απ’τις 7 το πρωί κι ανοίγαμε την πόρτα
στα αγουροξυπνημένα παιδιά που βιάζονταν να μας πούνε τα πρώτα κάλαντα, να
εισπράξουν το μεγαλύτερο μπουναμά, κι ο μπαμπάς μου είχε από βραδίς ετομάσει το
σωρό με τα ψιλά στο τραπέζι, «να μη διώξετε κανένα παιδάκι σήμερα, όλα θα μας
πούνε τα κάλαντα», κι έβγαινε κι εκείνος και τραγούδαγε μαζί τους στην πόρτα με την κιθάρα
του.
Μ’ άρεσαν τα Χριστούγεννα και μεγαλύτερη, τότε που μαζευόμασταν παρέα στο σπίτι μου να
παίξουμε 21, ποντάροντας με μισόφραγκα, και τόμπολα, παίζοντας με
φασόλια, μπουκωμένοι κουραμπιέδες, βασιλόπιτες και μπακλαβά.
Κι όταν έφτιαξα το πρώτο δικό μου σπιτικό, πάλι τα Χριστούγεννα είχαν
για μένα τη δική τους μυρωδιά. Τη μυρωδιά της γαλοπούλας που ξέφευγε από την
καθιερωμένη «μαμαδίσια» γέμιση με ρυζάκι και κιμά, γινότανε διεθνής, με ανανά
και ρόδια, «δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά τα γλυκόξινα», πάλι γκρίνιαζε η μάνα
μου, «κάνε τα δικά μας, τα δοκιμασμένα, αυτά που ξέρουμε».
Σαν πήγαινα στο σινεμά τέτοιες μέρες, χάζευα τις σκηνές των χιονισμένων Χριστουγέννων στο
μακρινό Manhattan, έβλεπα ζευγάρια να σέρνουν το δέντρο στο χιόνι και
να το στολίζουν σε σαλόνια με παιδιά, με δώρα σε πολύχρωμο χαρτί περιτυλίγματος
και μουσικές από «White Christmas».
Ήθελα κι εγώ να σύρω το δικό μου
δεντράκι στο χιόνι, έτσι όπως το’ βλεπα στο σινεμά, να μπω σε σαλόνια φωτισμένα
με τραγούδια, παιδικές φωνές και πακέτα ...Κι όταν το’φερε η ζωή και έφτασα στο μακρινό Manhattan, κι ήρθαν Χριστούγεννα, τράβηξα γραμμή στους
μικροπωλητές, δεν είχα όμως λεφτά για δέντρα και μπαλάκια, στολίδια και
φώτα...Έσυρα λοιπόν εντελώς «κινηματογραφικά», έτσι όπως το θυμόμουνα απ’ τις
ταινίες, ένα ελάτινο κλαδί, το κατέβασα στο «πολυτελές» υπόγειο που έμενα,
έβαλα το Sinatra να παίζει, έφτιαξα με το κλαδί ένα στεφάνι, το
στόλισα καραμέλες και γλειφιτζούρια, το
κρέμασα στην πόρτα μου, και μ’ένα ποτήρι κρασί ευχήθηκα σε μένα και σ’ όλο τον
κόσμο «Καλά Χριστούγεννα».
Καλά Χριστούγεννα σε όλους λοιπόν, γνωστούς και άγνωστους...
Σ’ αυτούς των υπογείων και στους άλλους, της Park Avenue.
Σ’ αυτούς των ζεστών σπιτικών, και στους άλλους, τους άστεγους, που
τους βρίσκει η βροχή και το χιόνι να κοιμούνται σε χαρτόκουτα.
Σ’ αυτούς των οικογενειακών τραπεζιών και στους άλλους, τους μόνους
τους, τους ξενιτεμένους, τους χωρισμένους, τους θαλασσοδαρμένους.
Σ’ αυτούς που στολίζουνε δεντράκι και στους άλλους που στολίζουνε
καράβι.
Σ’ αυτούς που δίνουν στα κάλαντα λεφτά, και στους άλλους
που πληρώνουνε με κάστανα και μήλα.
Σ’ όσους γιορτάζουν και σ’ όσους πενθούν.
Σ’ όσους μιλιούνται και στους άλλους, τους παρεξηγημένους και τους θυμωμένους, που δεν θα σηκώσουν το τηλέφωνο να ευχηθούν.
Στα παιδιά που θα ξυπνήσουν κάτω από πουπουλένια παπλώματα, και στα
άλλα τα ορφανεμένα και τα άρρωστα, των χαρακωμάτων και των δημόσιων
ιδρυμάτων.
Καλά Χριστούγεννα στους έγχρωμους και στους λευκούς.
Στους ζευγαρωμένους και στους μόνους τους.
Να’ ναι οι μέρες μας άσπρες και γιορτινές, το τραπέζι μας στρωμένο με
ένα παραπανίσιο πιάτο για τον ξενωμερίτη, κι η
καρδιά μας να φορέσει τα καλά της να
ευχηθεί υγεία, αγάπη και ειρήνη σ’ όλο
το ντουνιά."