Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Καρυδάτα κεράσματα με λευκή σοκολάτα και σάλτσα βατόμουρο

Τι'ναι αυτό με την αυθόρμητη και παρορμητική μου φύση;
Μη δω και μ' αρέσει κάτι (για γλυκό φαγώσιμο ο λόγος , όχι για γλυκό μη φαγώσιμο).
Έχω δεν έχω δουλειά, είναι δεν είναι να το πάω κάπου, είναι δεν είναι κατάλληλη ώρα, μωρέ στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Άμα μου μπει κάτι στο μυαλό ή στο μάτι, άντε πιάστε τον τον Παναή. 
Τελευταία λοιπόν το έχω δει κόλλημα με το συνδυασμό λευκής σοκολάτας και βατόμουρων.
Έχουν κάνει ασπροκόκκινες βουλίτσες τα ματάκια μου απ' τις άπειρες συνταγές με λευκή σοκολάτα και raspberries που είδα. Ώρες χαζεύω με ενθουσιασμό τις διώροφες και τριώροφες τούρτες, τα cheesecakes, τα τούτα και τα άλλα, μέχρι να βρεθεί αυτό το "κάτι" που θα μου πει:  "ξεκουβάλα, σήκω και ξεκίνα". 
Χτες αυτό το "κάτι" ήχησε μέσα μου στις 11.25μμ ακριβώς. Το πώς κρατήθηκα να μην βάλω τα χτυπητήρια μες στη νύχτα, ένας Θεός το ξέρει. Κι η Helen θα το ήξερε που μένει από κάτω με τις γάτες της γιατί δεν θα την άφηνα να κλείσει μάτι, ούτε αυτήν ούτε τις γάτες της. Πήρα όμως βαθειές αναπνοές και περίμενα το ξημέρωμα. 
Μετά το ξημέρωμα περίμενα να πλύνω τα ρούχα μου γιατί δεν είχα τίποτε να φορέσω, μετά τα ρούχα περίμενα να μού αλλάξει ο μάστορας το σκουριασμένο φωτιστικό στο μπάνιο, και όσο περίμενα το μάστορα τον κάστορα να μου φτιάξει το φωτιστικό, εγώ τρύπωσα στο βασίλειο της κουζίνας μου και ωσάν πεταλουδίτσα, τριαλαρίμ τριαλαρόμ, έπιασα να φτεροκοπώ γύρω απ' τα μιξεράκια μου, τα κατσαρολάκια μου και τα φουρνάκια μου, και να απλώνω το σοκολατένιο χρώμα με το κακάο στο ισόγειο, και να' ρχεται αυτό να δένει με τό λευκό της σοκολάτας  του πρώτου ορόφου, και με το κοκκινούλικο του βατόμουρου  στο ρετιρέ  και...εεε, τι να λέμε τώρα; Ήμουνα πανευτυχής. 
Κέρασα τον μάστορα μόλις  τέλειωσε , φύλαξα να κεράσω και την Helen (να την καλοπιάσω για μελλοντικά μεταμεσονύχτια ντραγκαντρούγκα όταν δε θα κρατιέμαι), κι επειδή δεν κρατιέμαι άλλο, κάθομαι να κεράσω κι εσάς για τις ώρες που θα'χετε τον δικό σας ακάθιστο, κι έναν δικό σας ασπροκόκκινο έρωτα.

Ιδού λοιπόν για την τέρψη των ματιών σας και του στόματος (όχι του σώματος, γιατί απ' τα απλά ασπροκόκκινα θα'ρθει να φαρδύνει και δεν θα είναι πια καθόλου προς τέρψιν αλλά προς γνώσιν και συμμόρφωσιν. Ακούς Μαρθούλα;):
Μικρά κεράσματα με λευκή σοκολάτα και σάλτσα βατόμουρο 
Βγαίνουν περίπου 23 κεράσματα

114 γρ. βούτυρο (3/4 φλυτζανιού)
1/2 φλυτζάνι καστανή μαλακή ζάχαρη
2 αυγά, χωριστά οι κρόκοι απ' τα ασπράδια
1 1/4 φλυτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/4 φλυτζάνι μαγειρικό κακάο
1 φλυτζάνι περίπου χοντροκομμένα καρύδια

Για τη γέμιση
114 γραμ. λευκή σοκολάτα για ψήσιμο
2 κουταλιές της σούπας βούτυρο (γύρω στα 29 γραμμάρια)
1/4 κούπας μαρμελάδα βατόμουρο χωρίς σπόρους

Ε(χ)τέλεση
Σε ένα μεγάλο μπωλ χτυπάμε το βούτυρο και τη ζάχαρη να αφρατέψουν. Προσθέτουμε τους κρόκους των αυγών. Ανακατεύουμε χωριστά το αλεύρι με το κακάο και το ρίχνουμε στο μείγμα βουτύρου-ζάχαρης και αυγών. Το σκεπάζουμε και το βάζουμε στο ψυγείο για κανά δυο ώρες να σφίξει (εντωμεταξύ εμείς βάζουμε πλυντήριο και περιμένουμε).
Σε ένα μικρό μπωλάκι χτυπάμε τα ασπράδια που έχουμε φυλάξει σε ελαφριά μαρέγκα και σε ένα άλλο ρηχό πιάτο βάζουμε το χοντροκομμένο καρύδι. Βγάζουμε τη ζύμη απ' το ψυγείο και πλάθουμε μικρές μπαλλίτσες σε μέγεθος καρυδιού. Τις περνάμε από το ασπράδι, τις ρολλάρουμε στο καρύδι και τις ακουμπάμε σε λαμαρίνα με αντικολλητικό χαρτί. 
Όταν τελειώσουμε, πατάμε κάθε μπαλίτσα με τον αντίχειρα του χεριού ή με την ανάποδη ενός κουταλιού και κάνουμε στο κέντρο ένα βαθούλωμα (μη βγει η τρύπα απ' την άλλη ). Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 350F/180C 8-10 λεπτά. Βγάζουμε και αφήνουμε λίγο να κρυώσουν.
Εντωμεταξύ σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία λιώνουμε τη λευκή σοκολάτα με το βούτυρο και ρίχνουμε περίπου μισό κουταλάκι σε κάθε γλύκισμα στην τρύπα που έχουμε δημιουργήσει στο κέντρο. Από πάνω βάζουμε 1/4 από ένα κουταλάκι μαρμελάδα και...

...δεν ονειρεύομαι!!! Το τρώω!!!

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Κουλουράκια Φουσκωτά με Γέμιση Παστέλι και Βραβειάκι με Ερωτηματολόγιο

Αν δεν ιδρώσει ο κώ...ς σου, ούτε τσουρέκια γίνονται, ούτε προκοπή. Έτσι δε λένε;
Κι αν δεν ιδρώσουν τα χεράκια σου, βραβείο δεν έχει.
Γι' αυτό κι εγώ θα τα ιδρώσω τα χεράκια μου, θα απαντήσω στις εννιά μαγικές ερωτήσεις που μου' στειλε η φίλη μου η mookies http://mookiesbaker.blogspot.com και θα πάρω το βραβείο μου .

1) Τι σας οδήγησε να ξεκινήσετε το blog σας; 
Ήταν μια βροχερή μέρα του χειμώνα κι έξω μπουμπούνιζε. Άνοιξα το laptop κι αντί να πατήσω s.o.s, πάτησα blog.

2) Ποιο το θέμα του blog σας/με τι ασχολείται;
Με ό,τι βρει μπροστά του.

3) Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας; 
Την ποια;

4) Σχεδιάζετε από πριν το περιεχόμενο του blog σας; 
 Άντε καλέ, εγώ είμαι "ό,τι βρέξει ας κατεβάσει"!

5) Έχετε νέες ιδέες για το blog σας;
 Εμένα οι ιδέες μου, νέες και παλιές, μπαινοβγαίνουν in and out.

6) Πόσο χρόνο αφιερώνετε στο blog σας;
3,5 λεπτά ημερησίως.

7) Ποια είναι η καλύτερη στιγμή για να δημιουργήσετε;
Στις 3.15 μετά τα μεσάνυχτα που η φύσις ησυχάζει.
  
8) Τι θα θέλατε να ξέρει ο κόσμος για εσάς;
Τα εν Οίκω μη εν Δήμω. Κι όσα λιγότερα ξέρει ο Νίκος και ο Δήμος τόσο καλύτερα.

9) Ποια είναι τα χόμπι σας;
Μαζεύω πεταλούδες τη νύχτα.

Και τώρα που παίξαμε το παιχνίδι "πείτε ό,τι σας κατέβει στο κεφάλι", θα παίξουμε και το παιχνίδι "πείτε την αλήθεια", για να ανέβει το επίπεδο και να πάρουμε το βραβείο.
- Είχα αρκετό καιρό στο νου να αρχίσω ένα blog, αφού πέρασα κανά χρόνο χωμένη στις 
blog-ογειτονιές, ελληνικές και ξένες,  καταγράφοντας συνταγές ελληνικές και ξένες, και θαυμάζοντας τις ελληνικές και ξένες ιστορίες τους . Τελικά, τον Μάρτιο του 2012 χωρίς να έχω (κι ακόμα δεν έχω δηλαδή) καθόλου τεχνικές γνώσεις για πώς στήνεται ένα blog, άνοιξα το blog μου, άνοιξα και το στόμα μου και είπα   "Όμως εγώ θα πω", εννοώντας:"Μ' ακούει κανείς;;;" Όταν γράφεις είναι σαν να κλείνεις ένα μήνυμα σ' ένα μπουκάλι, να το πετάς στη θάλασσα και να περιμένεις κάποιος να το βρει και να σε βρει. 
Ο χρόνος όμως είναι μέγεθος σχετικό. Το ίδιο και η επικοινωνία. Μπορεί να στέλνεις μήνυμα προς τα έξω αλλά τελικά να μιλάς στον ίδιο σου τον εαυτό, κρατώντας δημόσια ένα ημερολόγιο.

- Το "Κουζινάκι της Μάρθας" ψήνει γλυκά και γράφει ιστορίες, γιατί η κυρά ιδιοκτήτρια αγαπούσε (και ακόμα αγαπάει) να μιλάει. Μια παρλαπιπίαση την έχει. 
Αφού η καημένη η μαμά της δεν ήθελε να πηγαίνει στο Δημοτικό σχολείο να παίρνει τους βαθμούς της γιατί οι δάσκαλοι μαζί με το "καλό παιδί, καλή μαθήτρια" της έλεγαν πάντα και το "αλλά". "Αλλά μιλάει πολύ".

- Το θέμα μιας ανάρτησής μου μπορεί να είναι μια ομελέτα με χωριάτικα καφέ αυγά που με εντυπωσίασε το μακρόστενο σχήμα τους, 
μια γενέθλια τούρτα που έκατσε, μια γενέθλια τούρτα που δεν έκατσε, ένα ταξίδι, ένας θυμός, μια φωτογραφία, μια μνήμη, ένα θέλω ή ένα δε θέλω της ημέρας. Η έμπνευση δεν είμαι σίγουρη αν θα μου'ρθει. Θα μου'ρθει σίγουρα να γράψω και γράφω πολλή ώρα πριν πατήσω publish. Πολλές φορές δεν ξέρω πού θα με βγάλει η γραφή, κι αυτό είναι το συνηθισμένο μου. Στη στροφή μιας φράσης σκάει μύτη μια σκέψη, στην παρακάτω άλλη μια, κι αν στην τελευταία στροφή σκάσει μύτη κι η έπνευση, τότε καλώς να ορίσει! 

- Όπως καταλάβατε γενικά δεν είμαι άνθρωπος του "σχεδιάζω" αλλά του "αυτοσχεδιάζω". 
Είμαι παρορμητική και ενθουσιώδης, και της στιγμής, και μάλιστα τις περισσότερες φορές της τελευταίας στιγμής, και φυσικά υπό την πίεση της τελευταίας στιγμής είμαι πολλές φορές πιο δημιουργική και αποτελεσματική απ' ό,τι αν προετοιμάζομαι και προγραμματίζω.

- Νέες ιδέες για το blog μου δεν έχω, όχι, παρόλο που διαβάζω άρθρα για το τι χρειάζεται ένα blog, μιλάω για τα do's και τα don'ts
γυρνοβολώ στις blog- ογειτονιές, αλλά πιο πολύ για τη χαρά του χαζεύειν παρά για τη δουλειά του διορθώνειν και στήνειν κάτι καινούριο. Αν έρθει το νέο, θα ενταχθεί στο παλιό, κι όλοι μαζί θα είμαστε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα.

- Αστεία αστεία περνώ αρκετό χρόνο στο blog, γιατί για κάθε καινούρια ανάρτηση , που μπορεί να είναι μια ή δύο φορές την εβδομάδα, θέλω το λιγότερο ένα τετράωρο με το γράψε-σβήσε. Κι αν μπω στον κόπο να μεταφράσω και στα αγγλικά, που δεν με βλέπω να το κάνω με σύστημα, τότε βράσε όρυζα. 
Κάθε ανάρτηση μετά τη γραφή έχει και τη χαρά του επόμενου πρωϊνού ξυπνήματος να δω τι μου γράψαν τα παιδάκια, κι ύστερα να απαντήσω στα παιδάκια...και...καταλάβατε τώρα τι εννοώ;

- Όταν φέγγει έξω, φέγγει και στο μυαλό μου. Κι άμα είναι πρωί, ας πούμε εφτά και είμαι ήδη καθισμένη στο γραφείο, πριν γεμίσουν οι δρόμοι και τα σπίτια με φωνές, ακόμα καλύτερα. Η μέρα με βοηθάει γενικώς. 
Μπορώ να βροντοκοπήσω τις κατσαρόλες μου, να  φωτογραφήσω τα καμάρια που βγάζουν οι κατσαρόλες μου, να βγω να αγοράσω υλικά να διορθώσω τα καμάρια μου αν δε βγουν καμαρωτά απ' τις κατσαρόλες μου,κι άλλα τέτοια ευχάριστα...

- Τι θέλω να ξέρει ο κόσμος για μένα; Ό,τι θέλω να ξέρει, τού το λέω . Κι ό,τι δε θέλω να ξέρει, δεν τού το λέω. 
Απλά είναι τα πράγματα! 

- Αν θεωρήσουμε πως χόμπυ είναι αυτό που κάνουμε τις ελεύθερες ώρες μας, τότε εγώ περπατάω πολύ, διαβάζω αρκετά, διαλογίζομαι όσο μπορώ, 
ψήνω μπόλικα, και γράφω μπολικότερα. Γράφω όνειρα, θεατρικές διασκευές, παιδικές ιστορίες, στίχους, γενικά...γράφω (αλλά δεν σας γράφω).

Τώρα όμως θα σας γράψω μια συνταγή που δοκίμασα τρεις τέσσερις φορές κι έμειναν όλοι χορτασμένοι, γλυκαμένοι και πανευτυχείς. Είναι ένα φουσκωτό κουλουράκι που έχει γέμιση παστελιού, καταγωγή από τη Σαντορίνη και μαμά την Εύη Βουτσινά, γιατί αυτή μου τα σύστησε. Τα λένε παστελωτά, ή κουλουράκια φουσκωτά με γέμιση παστέλι. Όπως και να τα λένε είναι σκέτη απόλαυση, και τρώγονται σκέτα ή με την απόλαυση παρέας.
Κουλουράκια Σαντορινιά με γέμιση παστέλι
(για περίπου 60 κουλουράκια)

4 κανονικά αυγά (κρατείστε ένα ασπράδι για τη γέμιση)
250 γρ. βούτυρο (γάλακτος ακόμα καλύτερα)
250 γρ. ζάχαρη
Χυμός 1 πορτοκαλιού
Ξύσμα ενός μικρού λεμονιού (ακέρωτο παρακαλώ)
1/2 κουταλάκι κανέλλα
1/4 κουταλάκι γαρύφαλλο σε σκόνη
1/2 κουταλάκι μπέκιν πάουντερ
1/2 κουταλιά σούπας σόδα διαλυμένη σε 
1/2 φλυτζανάκι του καφέ κονιάκ
750 γρ. αλεύρι περίπου

Για τη γέμιση
1/4 κιλό σουσάμι αλεσμένο
1/2 κιλό μέλι
75 γρ. αμύγδαλα ψιλοκομμένα
1/2 κουταλάκι κανελογαρύφαλα σε σκόνη
100 γρ. τριμμένη φρυγανιά
1 απράδι αυγού χτυπημένο σε μαρέγκα (αυτό που έχετε κρατήσει)


Ε(χ)τέλεση
Χτυπάμε στο μίξερ το βούτυρο με τη ζάχαρη να ασπρίσουν . Προσθετουμε ένα ένα τα αυγά και στη συν'εχεια τις κανέλες, τα γαρύφαλα,το ξύσμα λεμονιού, το χυμό πορτοκαλιού, τη σόδα διαλυμένη στο κονιάκ και το μπέκιν με το μισό αλεύρι. Τα ανακατεύουμε όλα να γίνουν ένα λείο μείγμα και σιγά σιγά προσθέτουμε το υπόλοιπο αλεύρι (όσο πάρει για να γίνει μια αφράτη και απαλή ζύμη) ζυμώνοντας συνεχώς. Την αφήνουμε σκεπασμένη να ησυχάσει λίγο.

Για τη γέμιση: Σε μια λεκανίτσα ανακατεύουμε όλα τα υλικά να ενωθούν καλά
Πλάσιμο: Παίρνουμε μικρά κομμάτια της ζύμης ίσαμ' ένα μικρό αυγό , τα πλάθουμε λίγο μακροστενα και μετά τα πατάμε να πλατύνουν. Βάζουμε ένα κουταλάκι γέμιση κατά μήκος της ζύμης και πιάνουμε από τος άκρες για να κλείσει γύρω από τη γέμιση. Αυτό το γεμισμένο κορδόνι που έχουμε σχηματίσει το στρίβουμε σα σαλιγκάρι και είτε κολλάμε τις δύο άκρες του να ενώσουν είτε τις στερεώνουμε με ένα γαρυφαλλάκι.
Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 350F/180C.
Απλώνουμε με λίγη απόσταση μεταξύ τους τα φουσκωτά κουλουράκια σε ταψιά στρωμένα με λαδόκολλα και τα ψήνουμε γύρω στα 22-25 λεπτά.
Την άλλη φορά θα τα κλείσω καλύτερα.
Το στόμα μου όμως δε θα το κλείσω...μπα!!!

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Happy World Baking Day με ένα ποτήρι Red Velvet Trifle

Happy World Baking Day !
Λίγο ακόμη για να τελειώσει η μέρα, κι έτσι συνεχίζουμε με ευχές και με ψησίματα!
Υψώνω κι εγώ το ποτήριον τούτο και εύχομαι να έχουμε πολλά, γιορταστικά, καθημερνά, φιλικά, οικογενειακά, λαχταριστά κι υγιεινά ψησίματα!
Στο δικό μου ποτηράκι
έχει κόκκινο κεκάκι
και μια κρέμα από τυράκι
να το φάει κάθε παιδάκι
και να πει ένα τραγουδάκι!

Πόσο υγιεινό είναι το γλυκάκι μου δεν ξέρω, αλλά είναι φινετσάτο, έχει το κόκκινο χρώμα του πάθους που αναδεικνύεται μέσα απ' το άσπρο φόντο μια δεμένης κρέμας τυριού με γιαούρτι και άχνη ζάχαρη, και κερδίζει τις εντυπώσεις στο μάτι, στο μπουφέ και στο στομάχι μας.
Το λένε "Το κορίτσι του Μάη" ή αλλιώς "Το Γλυκάκι του Μάη" ή στο πρωτότυπο "Red Velvet Triffle" (Κι άντε τώρα να το πούμε στα ελληνικά και να μην εκτεθούμε)

Κόκκινο κέηκ στο ποτήρι με κρέμα τυριού

1 κέηκ Red Velvet , ή βρίσκετε τη συνταγή εδώ ή το παίρνετε έτοιμο από κουτί
2 πακέτα κρημ τσηζ μαλακωμένα
2 φλυτζάνια γιαούρτι χαμηλά σε λιπαρά (αν θέλετε μπορείτε να βάλετε γιαούρτι με γεύση βανίλια)
1 φλυτζάνι άχνη ζάχαρη
1 κουταλάκι ξύσμα λεμονιού

Φρέσκα βατόμουρα για στόλισμα
Φυλλαράκια μέντας για διασκόσμηση

Ε(χ)τέλεση
Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 350F/ 180C.
Ψήνουμε το κέηκ και το αφήνουμε να κρυώσει καλά για καμιά ωρίτσα.
Εντωμεταξύ ετοιμάζουμε την κρέμα τυριού:
Χτυπάμε στο μίξερ το κρημ τσηζ να γίνει κρεμώδες και στη συνέχεια προσθέτουμε το γιαούρτι, την άχνη ζάχρη και τελευταίο το ξύσμα λεμονιού. Χτυπάμε κανά δυο λεπτά, ύστερα σκεπάζουμε την κρέμα και την αφήνουμε στο ψυγείο να κρυώσει.

Όταν κρυώσει εντελώς το κέηκ, με ένα μυτερό μαχαιράκι αφαιρούμε  την εξωτερική και τις γύρω επιφάνειες και το κόβουμε σε τετράγωνα κομμάτια.

Μπορούμε είτε να γεμίσουμε ατομικά ποτήρια, είτε ένα μεγάλο διαφανές κρυστάλλινο μπωλ. Είναι πολύ εντυπωσιακό. Στρώνουμε μερικά κομμάτια κέηκ στη βάση του ποτηριού (ή του μπωλ) ρίχνουμε από πάνω λίγη κρέμα τυριού, συνεχίζουμε με κομμάτια κέηκ και κρέμα τυριού άλλες δυο φορές. Από πάνω ρίχνουμε τα βατόμουρα και αφήνουμε άλλη μία ώρα στο ψυγείο να κρυώσει μέχρι να σερβίρουμε. Μπορούμε να στολίσουμε με φρέσκα φύλλα δυόσμου.
* Δεν έχω ξεχάσει το βραβείο που μου χαρίστηκε. Θα επανέλθω, θα το μοστράρω περήφανα κι ωραία και θα απαντήσω ευθαρσώς και με το χέρι στην καρδιά στο ερωτηματολόγιο που μου δόθηκε. Απλώς δεν τα προλαβαίνω όλα μαζί. Έχω αυτό το "χάρισμα".Φιλιά σας τώρα να προλάβω τη μέρα!

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Να ζεις το όνειρό σου με biscotti χωρίς γλουτένη και χωρίς ζάχαρη/Living your Dream with Gluten Free and Sugar Free Biscotti

Είναι περίπου δύο εβδομάδες που δεν έχω γράψει αλλά μου φαίνεται πως πέρασε περισσότερος καιρός. Παρόλο που έφαγα πολύ χρόνο ανάμεσα σε κατσαρόλες και ταψιά, αισθανόμουνα ότι δεν ήθελα να γράψω, άντε, άλλη μία συνταγή. Δεν ήθελα να αραδιάσω υλικά, δοσολογίες και θερμοκρασίες φούρνου, να το βάλουμε στο πιάτο και να πω "ορίστε φάτο"!
Ήθελα όταν γράψω να πω και κάτι άλλο. Κάτι πιο υγιεινό; Κάτι πιο καινούριο; Κάτι πιο επί της ουσίας τέλος πάντων. Ο καιρός περνούσε, κι εγώ έτρεχα σε μια εξωτερική διαδρομή προετοιμασίας του θεραπευτικού σεμιναρίου "Να ζεις το όνειρό σου" και σε μια εσωτερική διαδρομή ανασκαφής των δικών μου ονείρων.

Στις 11 Μαίου ήταν η μέρα του σεμιναρίου που έγινε στο σπιτικό μου με πολλή χαρά, πολλή συγκίνηση, πολλά ανοίγματα και πολλές πληροφορίες που δεν είναι για να μένουν στο χαρτί και στο αυτί. Είναι για να γίνονται εργαλεία που θα τσαπίσουν, θα ξεχορταριάσουν και θα κάνουν χώρο στη σπορά και στην καλλιέργεια αυτών που θέλει ο καθένας μας να ζήσει.
Στις 11 Μαίου εγώ βρέθηκα στον καλύτερο ρόλο μου: δεχόμουν κόσμο, έψηνα καλούδια να τρατάρω, έβαζα καφέ, έβγαζα φρούτα και ξηρούς καρπούς, και μιλούσα με τα παιδάκια.

Οι θεραπευτές Ιωάννα Γκολφινοπούλου και Κάντα Κατζ, ψυχολόγοι που δουλεύουν και ενεργειακά,  ήρθανε από την Αθήνα, από το R.O.S.E Θεραπευτικό Κέντρο, www.rose.com.gr και είναι πρόσωπα αγαπημένα μου. 
Την Ιωάννα τη γνωρίζω είκοσι χρόνια προσωπικά και εμπιστεύομαι τη δουλειά της με κλειστά μάτια. Τον Κάντα και τις θεραπείες Τάϊ Γι που πρόσφερε, τους γνώρισα τώρα. Λάτρεψα τον Κάντα και ενθουσιάστηκα με το Τάϊ Γι. 

Ξάπλωσα μπρούμυτα, κι έκλεισα τα μάτια. Ο Κάντα ακούμπησε τα χέρια του στην πλάτη μου και είπε:
"Α, δείχνεις δυνατή αλλά μέσα σου είσαι ευαίσθητη, σαν παιδί, ε;"
"Μάλιστα, έτσι είναι", είπα.
Μετά ανέβασε τα χέρια του στους ώμους μου και ξαναείπε:
"Ωραία πανοπλία έφτιαξες! Δεν εμπιστεύεσαι και πολύ, ε;" 
"Μάλιστα, έτσι είναι",είπα εγώ.
"Τώρα χαλάρωσε", είπε ο Κάντα, "καί απλώς, όσο δουλεύω, δοκίμασε να θυμηθείς τα όνειρά σου πριν μολυνθούν."
"Μμμ ..." είπα εγώ που δεν έγινε "Μμμάλιστα" γιατί βούλιαξα κι άρχισα να βλέπω πολλές Μαρθούλες σε διάφορες ηλικίες να στήνουμε πανηγύρια και χορούς (λες να'ναι αυτό το όνειρό μου πριν το μολύνω) και να νιώθω ανάλαφρα κι ωραία, πολύ ωραία, πάρα πολύ ωραία! 
Χίλιες φορές του είπα "ευχαριστώ" όταν τέλειωσε και άλλες τόσες μου είπε εκείνος "μπράβο, έκανες καλή δουλειά"!
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μεγάλη καρδιά, μεγάλη συμπόνια και αγάπη, έχουν τη δύναμη να ταξιδεύουν στον κόσμο και να δείχνουν το δρόμο της θεραπείας σ' αυτούς που το χρειάζονται.
Σημειώνω εδώ τούτα από τα πολλά πολύτιμα που άκουσα:

"Το να δημιουργούμε τα όνειρά μας σημαίνει να εγκαταλείπουμε τη ζώνη ασφαλείας μας και να βουτάμε στο άγνωστο. Σημαίνει να τιμούμε τη δύναμή μας και να ρισκάρουμε.»

«Για να ζήσουμε καλά, να γεράσουμε καλά και να πεθάνουμε καλά, χρειάζεται να ζούμε μια ζωή χωρίς λύπες, χωρίς να μετανιώνουμε, που σημαίνει, με θάρρος."


Για την Ιωάννα και τον Κάντα που δεν τρώνε γλουτένη και ζάχαρη έψαξα και βρήκα αυτή τη συνταγή των biscotti να τους ευχαριστήσω που όνως τα τίμησαν δεόντως και οι γλουτενοφάγοι.
Αφιερωμένα σε όσους έβγαλαν (ή σκέφτονται να βγάλουν) τη γλουτένη και τη ζάχαρη απ' τη ζωή τους:


Biscotti  χωρίς γλουτένη και χωρίς ζάχαρη
2 1/2 φλυτζάνια αλεύρι χωρίς γλουτένη

1/2 κουταλάκι αλατι
2 κουταλάκια μπέκιν πάουντερ
2 αυγά
1/4 κούπας ελαιόλαδο
1/2 κούπα νέκταρ αγαύης ή μέλι
2 κουταλάκια εκχύλισμα βανίλιας
Ξύσμα και χυμό ενός λεμονιού
1 1/2 κούπα φυστίκια αιγίνης ψημένα και αλατισμένα
1 κούπα ξερά κράνμπερις

Ε(χ)τέλεση
Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 300F/150C και στρώνουμε δύο λαμαρίνες με αντικολλητικό χαρτί.
Βάζουμε σε ένα μπωλ το αλεύρι, το αλάτι και το μπέκιν πάουντερ και ανακατεύουμε.
Προσθέτουμε τα αυγά ένα ένα, το νέκταρ αγαύης ή το μέλι, τη βανίλια, το ξύσμα και το χυμό λεμονιού.
Στο τέλος προσθέτουμε τα φυστίκια αιγίνης και τα κράνμπερις. 
Πλάθουμε τη ζύμη σε ένα μακρύ μπαστούνι και το απλώνουμε στο αντικολλητικό χαρτί.
(Επειδή μου κολλούσε η ζύμη στα χέρια, βουτούσα τα χέρια μου σε λίγο ελαιόλαδο κι έτσι την έπλασα εύκολα.) Ψήνουμε για 30 λεπτά ή έως ότου πάρει ένα χρυσαφί χρώμα.
Το βγάζουμε και το αφήνουμε ένα δεκάλεπτο. Ανεβάζουμε τη θερμοκρασία στους 350F/180C.
Κόβουμε το μπαστούνι διαγώνια σε φέτες και τις βάζουμε να ψηθούν ένα δεκάλεπτο ακόμη για να ξεροψηθούν.
Δεν ήταν τραγανά, όπως εγώ ξέρω τα biscotti, αλλά πιο μαλακά. Δεν ξέρω αν γι' αυτό ευθύνεται η απουσία γλουτένης.
Την επόμενη φορά θα δοκιμάσω και το ψήσιμο που κάνω στα κλασσικά biscotti, αυτά με γλουτένη.
Ψήνω στους 350F/180C 25 λεπτά, ξεκουράζω για ένα δεκάλεπτο και μετά ψήνω τις φέτες 9 λεπτά από κάθε πλευρά. 
Ίσως έτσι μου τραγανέψουν κι αυτά κι ας μην έχουν γλουτένη. 
Πάντως εξαφανίστηκαν και μου τα ξαναζήτησαν δυο μέρες μετά.
Λες να το γυρίσω κι εγώ στο gluten free;

Living your Dream...

Last Saturday we attended in New York the seminar ''Living your dream'' by Ioanna Golfinopoulou and Kanta Katz from The R.O.S.E Healing Center (www.rose.com.gr). It was an amazing seminar by two wonderful therapists who travel the world and assist every one generously, guiding and showing the way to one's personal healing.

I had the great joy to be there and to watch them not only teaching but also working energetically, inspiring people to open their heart, to trust ,to unlock their issues, and finally to be able to lift the weight of their stress and depression.

I had the even greater joy to receive a Tai Yi treatment from Kanta's magical hands, who with a lot of love and humor, felt which of the many treatments I needed. While he was working on me he asked me to remember my dreams before they got polluted. After the treatment I had an incredible feeling of lightness and joy.

From all the valuable things I heard in the two days Ioanna and Kanta were with us, I was most affected by:

''To create our dream means to leave our safety zone and jump into the unknown. It means to honor our power and take a risk''

''To live well, to age well and to die well , we need to live a life with no regrets, which equals courage!''

A big thank you for this unique experience! All of us are waiting to see you again. I am sure it will happen very soon!

...with Gluten Free and Sugar Free Biscotti
2 ½ cups Pastry quality gluten-free flour blend
½ teaspoon Kosher salt or fine sea salt
2 teaspoons Baking powder
2 Eggs
¼ cup Olive oil
½ cup Agave
2 teaspoons Pure vanilla extract
1 Lemon, finely zested and juiced
1 ½ cups Roasted, salted American pistachios
1 cup Dried cranberries
Instructions: 
Preheat oven to 300˚ F. Line two baking sheets with parchment paper or silicon baking mats.
Put the flour, salt and baking powder in the bowl of an electric mixer fitter with the whisk attachment. Mix on low to combine. Add the eggs, olive oil, agave, vanilla, lemon zest and juice. Start the mixer on low then turn it up to medium to mix in the ingredients, scraping down the sides of the bowl once. Stir in the pistachios and cranberries. Divide the dough evenly putting half on each of the prepared baking sheets and, with wet hands, shape into logs or ovals about 9 by 3 inches.
Bake for 30 minutes or until the dough feels firm to the touch and is lightly browned. Remove from the oven and increase the oven temperature to 350˚ F. Cover each log with a doubled over tea towel. Let sit for 10 minutes.
Remove the logs from the baking sheet, using a thin, sharp knife and cut the biscotti onto ½ inch pieces on the diagonal. Place the biscotti back on the baking sheets and bake for an additional 10 minutes or until golden browned.

* This recipe is for Ioanna and Kanta and all of you who are on a gluten free and  sugar free diet

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Καλή Ανάσταση φίλοι!!!


Καλή Ανάσταση φίλοι και φίλες,
στην πιο ελληνική, την πιο ευλαβική γιορτή του χρόνου,
μια γιορτή προετοιμασίας και καθαρισμού για την προσωπική ανάταση και ανάσταση του καθενός μας! Να περάσετε όμορφα και να γιορτάσετε με φίλους και αγαπημένους το Ρωμέϊκο Πάσχα μας!
Πάσχα Ρωμέϊκο 
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ’ επικληνής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων.
Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι’ ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.
O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ’ έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ’ εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ’η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ’ ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει την διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν’ ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ’ έκαμνεν οικονομίαν.
Aλλ’ όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν’ ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο... δυτικός!
O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A’ «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν’ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του ΠοντίφηκοςΖ τα λοιπά είναι αδιάφορα.
O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. 
Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ’ εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ’ εκάπνιζεν ηδονικώς.
Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ’ έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις...
O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω ‘γω απ’ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότηςΖ εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι’ άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.
O χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι’ από πού έρχεσαι;
-Aπ’ την Aθήνα.
-Aπ’ την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν’ ακούσης Aνάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης
O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Nα φχαριστάς, καϋμένε...
Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!
O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε μ’ ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ’ επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ’ έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...